Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

"Η Ανατροπή" Ν.Θέμελης, εκδ Κέδρος, 2000


Ο Ν. Θέμελης στο δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας του, την «Ανατροπή»,  αφηγείται την πορεία της ελληνικής αστικής τάξης στα Βαλκάνια και στη Ν. Ρωσία στο γύρισμα του 20ου αιώνα, που είναι μια εποχή μεγάλων ανατροπών για τον ευρωπαϊκό χώρο, οι οποίες επηρεάζουν και τη ζωή των Ελλήνων που ζουν εκεί. Η υπάρχουσα καθεστηκυία τάξη (πολιτική, οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική) αλλάζει ριζικά και διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα, η οποία αποτυπώνεται στον καινούργιο πολιτικό χάρτη της Ευρώπης με τη δημιουργία πολλών εθνικών κρατών που συγχρόνως επιδιώκουν και τον αστικό εκσυγχρονισμό των κοινωνιών τους. Ουσιαστικά πρόκειται για την εποχή που αρχίζει με τη Β! Βιομηχανική επανάσταση και τελειώνει με το τέλος του  Α! Παγκοσμίου πολέμου και της Ρωσικής Επανάστασης (1875-1918).
           Το βασικό γνώρισμα της εποχής αυτής συμπυκνώνεται στη λέξη Ανατροπή, η οποία τίθεται κι ως τίτλος του μυθιστορήματος. Ανατροπές λοιπόν πολλές, άλλες μικρότερες, άλλες μεγαλύτερες, οι οποίες ξεκίνησαν απ’ τις ανακαλύψεις της τεχνολογίας και τις νεωτερικές ιδέες του Διαφωτισμού κι αργότερα του σοσιαλισμού και της μοντέρνας τέχνης. Οι νέες αξίες της ελευθερίας και της ισότητας οδηγούν σε απελευθερωτικά κινήματα εθνικά και ταξικά με αποτέλεσμα την  ανατροπή τριών αυτοκρατόρων, του Τσάρου και της Ρωσικής αυτοκρατορίας, του Κάιζερ της Γερμανικής αυτοκρατορίας, των Αψβούργων και της Αυστροουγγρικής  αυτοκρατορίας και λίγο αργότερα του Σουλτάνου και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας! Ο άνεμος της ελευθερίας και τα ανθρώπινα δικαιώματα σαρώνουν τα πάντα σχεδόν στο διάβα τους.
Ανατρέπουν αναχρονιστικές αντιλήψεις π.χ. για τη θέση της γυναίκας και τις παραδοσιακές σχέσεις του ανδρόγυνου εισάγοντας νέες σχέσεις ισότητας. Ανατρέπουν παραδοσιακά καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως του ρομαντισμού και κλασικισμού που δίνουν τώρα τη θέση τους στις μοντέρνες τεχνοτροπίες. Ο σιδηρόδρομος, τα ατμόπλοια, ο τηλέγραφος,  ανατρέπουν τον παλιό τρόπο ζωής στις μεταφορές, στην επικοινωνία και στο εμπόριο! Η ανακάλυψη του ηλεκτρισμού παρέχει νέα πηγή ενέργειας για τα εργοστάσια και τα μέσα μεταφοράς και κατασκευάζονται τα πρώτα ηλεκτροκίνητα τραμ και το μετρό στο Λονδίνο(1870) και σε μερικές άλλες πόλεις. «Παλαιοί κόσμοι σβήνουνε και νέοι κόσμοι ανατέλλουν», όπως εύστοχα παρατηρεί ο συγγραφέας Ν. Θέμελης

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ: Μύθος και μηνύματα

Μέσα σ’ αυτές λοιπόν τις ευρωπαϊκές ιστορικές συνθήκες, ένα μεγάλο μέρος του ελληνισμού παραμένει αλύτρωτο, υπόδουλο ακόμα στην Οθωμανική αυτικρατορία. Ο μύθος του έργου ξεκινά στα 1884, όταν η ελεύθερη Ελλάδα έφθανε τότε μέχρι τη Θεσσαλία. Από τις υπόδουλες λοιπόν στους Οθωμανούς Μακεδονία και Ήπειρο ξεκινούν  οι πραματευτάδες με τα καραβάνια τους -αψηφώντας τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, τα θηρία, τους ληστές και τελευταία τους εθνικιστές που  πληθαίνουν- για να μεταφέρουν εμπορεύματα σ’ όλη τη Βαλκανική. Από τις πιο ωραίες σελίδες του έργου είναι η προετοιμασία της αναχώρησης των καραβανιών, ο αποχαιρετισμός με τους οικείους τους, η επιλογή του δρομολόγιου που αναγκάζονται να ακολουθούν, που όλα αυτά περικλείνουν τη θέληση εκείνων των πρωτοπόρων και τολμηρών Ελλήνων πραματευτάδων να ξανοιχτούν από τον περίκλειστο τόπο τους για άλλους τόπους μακρινούς έχοντας ως στόχο την οικονομική τους ανάπτυξη, την οποία θεωρούσαν ως προϋπόθεση και για την εθνική τους απελευθέρωση κι ενσωμάτωση  με τη μητέρα πατρίδα. Στην περίκλειστη λοιπόν από βουνά Σιάτιστα της Δ. Μακεδονίας ζει η Ελένη, μια νέα κοπέλα, που ασφυκτιά μέσα στο κλειστό περιβάλλον του  σπιτιού  και του χωριού της κι ονειρεύεται μια άλλη ζωή, πιο ελεύθερη γι αυτήν. Όταν η Ελένη ερωτεύτηκε το Θωμά, τον έμπιστο φίλο και συνέταιρο του  πραματευτή-πατέρα της, έφυγε μακριά μαζί του, ανατρέποντας κατεστημένες αντιλήψεις κι αξίες και παρασύροντας στη διάλυση το γάμο του Θωμά. Στην Οδησσό, όπου καταλήγει το ζευγάρι, παντρεμένο πια, ζει μια ευτυχισμένη ζωή με αμοιβαία αγάπη αποκτώντας παιδιά και πλούτη μέχρι που τα ιστορικά γεγονότα έρχονται να ανατρέψουν όλα τα δεδομένα της ζωής τους

Οι ελληνικές παροικίες στη Βαλκανική και στην Οδησσό της Ρωσίας

Οι Έλληνες, ως υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μετακινούνται άνετα μέσα στα όρια της -η έκταση της οποίας δίνεται ωραιότατα με την αναστάτωση που προξένησε το τηλεγράφημα για την παραίτηση του Πατριάρχη σε όλες τις πόλεις που κατοικούσαν οι Έλληνες- οι οποίοι ασχολούνταν με το μεταπρατικό εμπόριο από το οποίο και είχαν πλουτίσει. Η επαγγελματική πορεία του πραματευτή Θωμά παρουσιάζει σε μικρογραφία την πορεία και τα γνωρίσματα ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής αστικής τάξης των Παροικιών. Έμπειρος στο εμπόριο, πανέξυπνος, ενημερωμένος για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, φερέγγυος στις οικονομικές του συναλλαγές, εργατικός, εκμεταλλεύτηκε τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν και βοηθούσης και της τύχης πλούτισε στην Οδησσό ασχολούμενος με το διαμετακομιστικό εμπόριο.
Η περιγραφή της ζωής στην ελληνική παροικία της Οδησσού είναι από τις πιο δυνατές στο μυθιστόρημα. Εκεί λοιπόν στην όμορφη, παραθαλάσσια Οδησσό της Ουκρανίας, την κτισμένη ψηλά στο βράχο-φρούριο με θέα τη Μαύρη Θάλασσα, με τις ψηλές και πλατιές πέτρινες σκάλες της που έφταναν μέχρι κάτω στο λιμάνι, έφθασαν να ζήσουν ο Θωμάς και η Ελένη μετά τη φυγή τους από τη Σιάτιστα. Ο συγγραφέας με τις εικόνες του ζωντανεύει τη πόλη της Οδησσού με τις μεγάλες λεωφόρους, τα κοσμικά της καφέ,  την Όπερα που στέγαζε το λυρικό θέατρο, και προπάντων εκείνη την "παραλιακή" λεωφόρο -πάνω στο φρύδι της απότομης πλαγιάς του βράχου της- τη δενδροφυτευμένη με ακακίες κι αγριοκαστανιές, που όταν την περπατούσες αγνάτευες από ψηλά τη θάλασσα! … Η ελληνική παροικία της Οδησσού είχε μεγάλη δύναμη, η οποία εκφράστηκε και με την εκλογή του Μαρασλή ως δημάρχου της Οδησσού. Οι Έλληνες ομογενείς πλούτισαν εμπορευόμενοι τα άφθονα σιτηρά που παρήγαγαν οι πάροικοι στις αχανείς πεδιάδες της Ουκρανίας. Είχαν ιδρύσει δυο ελληνικά σχολεία, το «Ροδοκανάκειο» και την «Εμπορική σχολή», Λέσχες, τις επονομαζόμενες «Ομόνοια», «Ελληνική Αδελφότης Αγίας Τριάδος», «Ελληνική Αγαθοεργός Κοινότητα Οδησσού», Πινακοθήκη και Δημοτική Βιβλιοθήκη. Η πολυπληθής  παρουσία των Ελλήνων στην Οδησσό μαρτυρείται κι από την ύπαρξη των ονομάτων της "οδού Ελλήνων" και της "Πλατείας Ελλήνων" κι απο τις επαύλεις τους στα προάστια της πόλης.Ας μη ξεχνούμε ότι η Οδησσός ήταν η πόλη που είχε δεχτεί τους Έλληνες και πριν από την ελληνική Επανάσταση του 1821κι εκεί ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία. Οι Ρώσοι, ως ανταγωνιστές των Τούρκων, πρόσφεραν την προστασία τους στους ομόδοξους  υπόδουλους Έλληνες, οι οποίοι είχαν καταφύγει στα εδάφη της.
Ο συγγραφέας όμως δεν παραλείπει να τονίσει και το άλλο πρόσωπο της πόλης. «Η πόλη με τα δυο πρόσωπα» την αποκαλεί, το ένα της ευμάρειας και του πλούτου και το άλλο της ανέχειας και της ανελευθερίας. Η πολυπληθής φτωχολογιά της κοιμόταν στα υπόγεια των πολυτελών κτηρίων της πόλης ή στα "δημόσια υπνωτήρια", που είχαν προς τούτο κατασκευάσει! Χιλιάδες δουλοπάροικοι -που δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί στα μεγάλα κτήματα των Ρώσων και των Πολωνών γαιοκτημόνων, που κατείχαν τη γη των Ουκρανών- αποδεκατίζονταν πρώτοι, όταν η σιτοδεία έπληττε τη χώρα τους.  Αυτή λοιπόν η Οδησσός-λιμάνι στη Μαύρη Θάλασσα γνώρισε μεγάλη ακμή στα τέλη του 19ου αιώνα, πριν το αμερικάνικο σιτάρι φτάσει στην Ευρώπη, πριν αναπτυχθούν οι θαλάσσιες μεταφορές με τα ατμόπλοια και τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ και πριν η εξέγερση του 1905 και η μετέπειτα επανάσταση των μπολσεβίκων το 1917 ανατρέψει την τσαρική Ρωσία. Αυτά τα ιστορικά γεγονότα θα διώξουν και τους Έλληνες από εκεί, οι οποίοι αναζητούν στην πατρίδα Ελλάδα μια ασφαλή γη για να ζήσουν τώρα πια.                
            Μια άλλη χώρα, στην οποία υπήρχαν ελληνικές παροικίες ήταν η Ρουμανία. Έλληνες ζούσαν εκεί από την εποχή των Μαυροκορδάτων ενώ άλλοι κατέφθασαν απ’ το Θιάκι, τη Κεφαλονιά κι απ’ αλλού μετά την απελευθέρωση της απ’ τους Τούρκους το 1878. Στη Μπράιλα, στο Μπουκουρέστι, στο Γαλάτσι, στα Σουλιανά…ζούσαν δεκάδες ελληνικές οικογένειες που ασχολούνταν με ναυτιλιακές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες, πρακτορεία, αποθήκες μεταφόρτωσης εμπορευμάτων. Πολλές ακμάζουσες ελληνικές παροικίες, οι οποίες είχαν άριστες σχέσεις με την Εγγλέζικη ναυτιλία που δραστηριοποιούνταν κι αυτή εκεί, ενώ ανταγωνιστικές ήταν οι σχέσεις τους με τους Εβραίους και Ιταλούς και καλές ως καχύποπτες με τους ντόπιους κατοίκους. Αυτοί οι Έλληνες εφοπλιστές των απανταχού παροικιών μας (σ.204) έφεραν τα κεφάλαια τους στην Ελλάδα και συνέβαλαν στην ανάπτυξη της σύγχρονης ατμοπλοϊκής ελληνικής ναυτιλίας, η οποία αντικατέστησε την κατεστραμμένη και ιστιοφόρο προεπαναστατική μας ναυτιλία. Δυστυχώς όμως  η πρώτη προσπάθεια τους με τα ναυπηγεία της Σύρου απέτυχε λόγω της μικροπολιτικής των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων για να ακολουθήσει νέα προσπάθεια αργότερα με κέντρο τον Πειραιά.      
        Αξιοπρόσεκτες είναι οι περιγραφές (σ.49-53) του δύσκολου πλου του Κάτω Δούναβη με τις ξέρες του στον πυθμένα, με τους πάγους που κατέβαζε το χειμώνα, με τους άγριους  ανέμους που φυσούσαν από τα Καρπάθια, με τα δυνατά ρεύματα του. Οι Έλληνες όμως αναδείχτηκαν πρώτοι στον πλου του. ΄Εκαναν δύσκολες μανούβρες για να μη πέσουν πάνω σε πάγους, κορμούς δένδρων και ξέρες, κι αλλού έκαναν λίμπο δηλαδή μεταφόρτωναν τα εμπορεύματα από το πλοίο σε μεγάλες βάρκες για να το ελαφρύνουν και να ανασηκωθεί απ’ τη ξέρα και ξανά πιο κάτω το ξαναφόρτωναν από τις βάρκες στο πλοίο. Πολύ δύσκολη δουλειά γιατί  υπήρχε ο κίνδυνος να μπατάρουν και να παρασυρθούν τα εμπορεύματα κι αυτοί μέσα στα ορμητικά ρεύματα του ποταμού. Έτσι πλούτισαν οι πρώτοι Έλληνες εκεί, αν και οι κακές γλώσσες λένε ότι μερικοί προκαλούσαν ναυάγια για να λεηλατούν τα εμπορεύματα ή τα ξάφριζαν  κάνοντας λίμπο και λέγοντας ότι παρασύρθηκαν από τη θάλασσα!
          Άλλη ελληνική παροικία είχε ιδρυθεί στην Τεργέστη, που αποτελούσε το λιμάνι της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, στο μυχό της Αδριατικής θάλασσας και στη Μεσόγειο. Σταυροδρόμι λαών και πολιτισμών λόγω της γειτνίασης της τόσο με τη Δύση, όσο και με την Ανατολή, με την Όπερα, τα καφέ της, τις μεγάλες επιχειρήσεις, τις εκκλησίες της, μεταξύ των οποίων ξεχώριζε κι ο Άγιος Νικόλαος των  Γραικών.
 Μια ακόμα πολυπολιτισμική πόλη, αν και δεν ανήκει στις παροικίες είναι η Θεσσαλονίκη(123-127), στην οποία συνυπάρχουν ειρηνικά πολλά έθνη με διαφορετικές θρησκείες, γλώσσες, κουλτούρες.  Η ποικιλομορφία αυτή -που εκφράζεται στις εικόνες της πόλης, στα έθιμα, στην ένδυση, στη διατροφή των κατοίκων της, στις γεύσεις, στις μυρωδιές, στους μουσικούς ήχους της- την έκανε αξέχαστη για όσους την έζησαν και ποθητή για όσους άκουγαν γι αυτήν! Εκεί λοιπόν στην  πολυεθνική από Βαλκάνιους, Σαλονίκη, ζούσαν πολλοί Εβραίοι, άλλοι  Σεφαρδίτες, που ήρθαν από την Πορτογαλία και την Ισπανία, πολλά χρόνια πριν, άλλοι ντονμέδες που αναγκάστηκαν να αλλαξοπιστήσουνε και να γίνουν μωαμεθανοί, κρατώντας όμως τα εβραϊκά ήθη κι έθιμα στην καθημερινή ζωή τους κι άλλοι Εβραίοι πιστοί στην πρώτη γλώσσα και θρησκεία τους. Αν και μεταξύ τους δεν είχαν καλές σχέσεις, κρατούσαν όμως τα ηνία της οικονομικής ζωής του τόπου. Ό,τι  ήταν οι Έλληνες για τη Σμύρνη, ήταν κι οι Εβραίοι για τη Σαλονίκη τότε, αναφέρει ο συγγραφέας Ν. Θέμελης.

               Αυτή λοιπόν η ελληνική αστική τάξη, είτε ζει στην υπόδουλη Β. Ελλάδα είτε στις παροικίες έχει ελληνική εθνική συνείδηση κι ονειρεύεται μια  πατρίδα ελεύθερη και πιο μεγάλη που θα συμπεριλαμβάνει και τη Μακεδονία και την Ήπειρο και ίσως όπου υπάρχει αλύτρωτος ελληνισμός. Η τάξη αυτή επιπλέον διαισθάνεται ότι το νέο πνεύμα του εθνικισμού που αρχίζει να φυσά τώρα στις ξένες χώρες, όπου φιλοξενούνται, απειλεί να τους εκδιώξει. Πιστεύουν λοιπόν ότι τα οικονομικά τους συμφέροντα θα αναπτυχθούν καλύτερα, με μεγαλύτερη ασφάλεια σ’ ένα κράτος δικό τους, ελληνικό, στο οποίο θα μεταφέρουν τα κεφάλαια τους, αρκεί να γίνει πιο μεγάλο και ισχυρό. Υποστηρίζουν τον  Βενιζέλο που  έκφρασε πολιτικά αυτήν την ιδεολογία και κατάφερε να διπλασιάσει την έκταση του ελληνικού κράτους με τους Βαλκανικούς πολέμους. Δυστυχώς όμως στη συνέχεια ο Εθνικός Διχασμός(1915-17) που ξέσπασε δυσκόλεψε την πραγματοποίηση της ιδεολογίας αυτής και σίγουρα συνέβαλε στο τέλος της Μεγάλης Ιδέας.
          Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την απελευθέρωση της πατρίδας απ’ τους Τούρκους είναι  η διάδοση της Παιδείας. Γι’ αυτό παρακολουθούν τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, εκδίδουν Έλληνες συγγραφείς,  μεταφράζουν στα ελληνικά ξένους, τυπώνουν εφημερίδες ελληνικές και περιοδικά, ιδρύουν φιλοεκπαιδευτικές εταιρείες και το κυριότερο χρηματοδοτούν το κτίσιμο σχολείων σ’ όλη την υπόδουλη Ελλάδα, και πληρώνουν δασκάλους. «Πρώτα τα γράμματα κι η ανατροφή μετά τα όπλα» διαλαλούν.
      Στην υπόδουλη μάλιστα Μακεδονία, όπου το πρόβλημα είναι πιο έντονο –όπως φάνηκε και από τον Μακεδονικό Αγώνα που ξεκίνησε γύρω στο 1904- οι Έλληνες πατριώτες είχαν οργανώσει ένα δίκτυο επικοινωνίας μεταξύ τους, όπου συναντιόνταν κρυφά για να αποφασίσουν με ποιους τρόπους μπορούσαν να βοηθήσουν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Κλείνοντας το θέμα αυτό δεν πρέπει να αποσιωπηθεί το γεγονός και της αφομοίωσης κάποιων Ελλήνων απ’ τους ντόπιους, όπως φαίνεται από την μετονομασία τους π.χ. σε Πέτροβιτς ή κάποιων άλλων δεύτερης και τρίτης γενιάς που  αναρωτιούνταν για την προτεραιότητα των φιλοπατριωτικών τους αισθημάτων και την ανάγκη επιβίωσης τους στην ξένη χώρα.

Επίσης αξίζει να αναφερθούν διάφορα ήθη κι έθιμα της εποχής που φανερώνουν τη νοοτροπία των ανθρώπων τότε. Ειδικά για τη θέση της ανύπαντρης γυναίκας αναφέρεται (σ.97-100) «τα σπίτια ήταν για τις γυναίκες σαν μοναστήρια. Όσο πιο ευκατάστατα, τόσο πιο αυστηρά[…]Άντε να βγουν στους δρόμους για να πάνε στην εκκλησιά στις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης, και μια φορά το χρόνο, το Δεκαπενταύγουστο για να υποδεχτούνε τους καβαλάρηδες που ‘ρχονταν στολισμένοι από το μοναστήρι της Κοιμήσεως. Οι γονείς έκλειναν το γάμο χωρίς να έχουν ειδωθεί οι μελλόνυμφοι. Στην Οδησσό μάλιστα υπάρχει το επάγγελμα της προξενήτρας, που δυστυχώς γνωρίζει κρίση λόγω της αύξησης της πορνείας! Αλίμονο, όμως στη γυναίκα που τολμήσει να πάει με άντρα χωρίς να είναι παντρεμένη, τότε την περιμένει η δημόσια διαπόμπευση. Τη γυρίζουν μέσα στο χωριό συνήθως πάνω σ’ ένα γάιδαρο, και την φτύνουν, τη βρίζουν, την προπηλακίζουν, την καταριούνται, την αναθεματίζουν, την ξεμαλλιάζουν, τις ξεσκίζουν τα ρούχα ενώ για τον «συναίτιο κουβέντα.»
Όσον αφορά τους αστούς των παροικιών συνηθίζουν ήδη απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα να παραθερίζουν σε παραθαλάσσιες περιοχές χωρίς όμως να κολυμπούν στη θάλασσα αλλά κάνουν περιπάτους ή οδηγούν ποδήλατα με ισομεγέθεις ρόδες που μόλις έχουν κυκλοφορήσει. Επίσης οι πλούσιοι αστοί προσέχουν πολύ τη διακόσμηση του σπιτιού τους, την επιλογή των σερβίτσιων κι επίπλων, διότι φανερώνουν το οικονομικό και κοινωνικό κύρος της οικογένειας. Επίσης στις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίζονται τα πρώτα γυναικεία περιοδικά στην Ευρώπη και στην Οδησσό και οι γυναίκες διεκδικούν δέκα ώρες εργασία την ημέρα κι άλλα επαγγελματικά και πολιτικά δικαιώματα. Ενημερώνονται για τα μοντέρνα καλλιτεχνικά ρεύματα που εμφανίζονται στην Αυστρία με τους ζωγράφους και γραφίστες Κλίμτ, Μόζερ…ή στο Παρίσι με τους Πικασό, Ματίς, Μονέ  …(σ.333-4). Αυτή είναι λοιπόν η ελληνική αστική τάξη των Παροικιών, οικονομικά ανεξάρτητη, με ελληνική συνείδηση και πνευματικές ανησυχίες!

 Γεγονότα από την ευρωπαϊκή ιστορία που επηρεάζουν καταλυτικά την ύπαρξη των Παροικιών

Πολλές φορές τα ιστορικά γεγονότα εισβάλλουν στη ζωή των ανθρώπων και την ανατρέπουν. Αυτό συνέβη, όταν ξέσπασε η εξέγερση του 1905 που αποτέλεσε το πρελούντιο της μεγάλης ρωσικής επανάστασης του 1917. Στο κεφάλαιο «Μέρες του 1905» περιγράφονται τα αίτια και η εξέγερση, η οποία ξεκίνησε από το Θωρηκτό Ποτέμκιν, το καμάρι του ρωσικού στόλου, που ελλιμενιζόταν στην Οδησσό κι έτσι η Οδησσός έγινε το κέντρο της εξέγερσης του 1905. Οι άθλιες συνθήκες ζωής του ρωσικού πληθυσμού, οι αναχρονιστικές δομές του τσαρικού καθεστώτος που κρατούσε σε υποανάπτυξη όλη τη Ρωσία, τη στιγμή που στην Ευρώπη έπνεε άνεμος εκσυγχρονισμού, οι μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις και η κατάπνιξη τους με τη βία του στρατού και της τσαρικής αστυνομίας είχαν δημιουργήσει, ήδη απ’ το 1901, στη Ρωσία συνθήκες επαναστατικού αναβρασμού. Έτσι η απαίτηση των ναυτών του θωρηκτού Ποτέμκιν για υγιεινή διατροφή κι, όχι στα σκουλικιασμένα κρέατα που τους δίνανε, τους οδήγησε σε εξέγερση η οποία εξαπλώθηκε σ’ όλη την πόλη.  Ο συγγραφέας περιγράφει το άγριο αιματοκύλισμα των εξεγερμένων στις ψηλές και πλατιές σκάλες της Οδησσού, απ’ τον τσαρικό στρατό. Δεν  είναι δυνατόν να μη θυμηθούμε τις αντίστοιχες σκηνές από την  ταινία «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του μεγάλου Ρώσου σκηνοθέτη Αϊζενστάιν, η οποία αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου για το ιδεολογικό μοντάζ  που εισήγαγε στην τέχνη αυτή. Οι ευτυχισμένες μέρες του παρελθόντος τελειώνουν για την Ελένη και τον Θωμά κι η νέα γενιά έρχεται στο προσκήνιο.
        Η μετέπειτα μεγάλη σοσιαλιστική επανάσταση του 1917 περιγράφεται κυρίως μέσα από τη δράση του Κόλια, του ανηψιού του Θωμά. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να μη θαυμάσει αφενός το πάθος των επαναστατών για την ανατροπή των αδικιών, που υφίστανται χρόνια τώρα, από το τσαρικό καθεστώς κι αφετέρου να μη προβληματιστεί για τις τακτικές των επαναστατών και τις ακρότητες κάθε επανάστασης. Μετέωρος ο συγγραφέας απέναντι στην επανάσταση, σαν την ηρωίδα του την Ελένη. Περιγράφεται επίσης το πάθος του πρώτου αντιπολεμικού κινήματος, που οργανώθηκε στις Βρυξέλλες με αφορμή το Α! Παγκόσμιο πόλεμο  από τη Δεύτερη Σοσιαλιστική Διεθνή με την παρουσία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Ζαν Ζωρές, ο οποίος μάλιστα μετά από 2 μέρες δολοφονήθηκε! Το ξεκίνημα του Α! Παγκοσμίου με τη δολοφονία του διαδόχου της Αυστροουγγαρίας στο Σεράγεβο της Βοσνίας το 1914 και το τέλος του με τη διάλυση της Αυστροουγγρικής και της Γερμανικής αυτοκρατορίας και το μετασχηματισμό της Ρωσικής αυτοκρατορίας σε Σοβιετική Ένωση, μαζί με τα εθνικά κινήματα στα Βαλκάνια που οδήγησαν στους Βαλκανικούς πολέμους και στην ανεξαρτησία των λαών της ανατρέπουν τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης και έτσι οι Έλληνες των παροικιών αναγκάζονται να φύγουν από εκεί και να γυρίσουν στη μητέρα Ελλάδα.     

Ο άνθρωπος και το θέμα της ελευθερίας του 

Κι ο άνθρωπος,  όλα αυτά που συμβαίνουν δίπλα του, κατά πόσο τα ορίζει ή κατά πόσο γίνεται έρμαιο των αντικειμενικών συνθηκών ύπαρξης του και των ιστορικών γεγονότων που τις διαμορφώνουν;
Σίγουρα το άτομο έχει την ελεύθερη βούληση να επιλέξει και να αποφασίσει ο ίδιος για τη ζωή του, ζυγιάζοντας τα υπέρ και τα κατά των πιθανών εναλλακτικών λύσεων που έχει. Ο συγγραφέας στέκεται πολύ πάνω στο θέμα της απόφασης του κάθε ατόμου προσπαθώντας να ερμηνεύσει τα κριτήρια με τα οποία αποφασίζει ο άνθρωπος. Λογικές δικαιολογίες αλλά και ανομολόγητες επιθυμίες κι όνειρα βαραίνουν στη λήψη των αποφάσεων του. Ο συγγραφέας παρομοιάζει τη λήψη των κρίσιμων αποφάσεων που είναι καθοριστικές για την μετέπειτα ζωή του ανθρώπου σαν το πέρασμα ενός ψηλού, επικίνδυνου ζαγοριανού γεφυριού, σαν κι αυτά που συναντούσε τόσο συχνά στα ορεινά χωριά της Ηπείρου. Γράφει στις σελίδες 162-3 «έγινε κι αυτό το βήμα […] κι ένιωσε […] να έχει περάσει ένα ακόμη ζαγοριανό γεφύρι, πέτρινο, πανύψηλο, κακοτράχαλο και ψηλοκρεμαστό […] έβλεπε διάφανο να τρέχει κάτω το νερό, να φαίνονται από ψηλά οι πέτρες μέσα του[…] ευδιάκριτες, όπως οι πράξεις του και το νερό να μη μπορεί να τις ξεπλύνει. Μπορούσε ακόμα να δει τον ουρανό γλαυκό […] και να ελπίζει[…] Τα πάντα μπορούσε να τα δει ή να τα φανταστεί. Το μόνο που δεν γινόταν ήταν να γυρίσει πίσω.» Κάποιες αποφάσεις είναι αμετάκλητες, έστω κι αν φαντάζουν παράλογες. Έτσι λοιπόν και η Ελένη αποφάσισε να φύγει από το πατρικό της ακολουθώντας το Θωμά, έτσι κι ο Θωμάς πρόδωσε φίλο, εγκατέλειψε γυναίκα και παιδιά για να μην αυτοκτονήσει η έγκυος απ’ αυτόν Ελένη…
Απ’ την άλλη όμως ο άνθρωπος, όσο κι αν πιστεύει ότι αποφασίζει ο ίδιος για τη ζωή του, έρχονται στιγμές που γίνεται έρμαιο της τύχης του, αστάθμητων παραγόντων που δεν μπορεί να ελέγξει και που λειτουργούν τελικά εναντίον του. Έτσι η επίσκεψη του έφηβου Ευάγγελου στον παππού του στη Σιάτιστα έγινε η αφορμή του χαμού του. Αν η Ελένη δεν επέμενε στη πρόσληψη του Νικάνορ στις αποθήκες της Οδησσού, αν ο Νικάνορ δεν ασπαζόταν τις κομμουνιστικές ιδέες, αν ο Νικάνορ δεν ήταν αγνώμων, τότε ίσως δεν θα πυρπολούσε τις αποθήκες …Η Ιστορία είναι διαρκώς παρούσα μέσα στο έργο είτε με την απλή αναφορά ιστορικών γεγονότων (Κρητικό ζήτημα, Εθνικός Διχασμός, Νεότουρκοι…) είτε με την εκτενέστερη περιγραφή τους( Μακεδονικός Αγών, εξέγερση του 1905 στη Ρωσία, ανάπτυξη σοσιαλιστικού κινήματος στην Ευρώπη, ανάπτυξη ελληνικής παιδείας και ναυτιλίας…).
         Ο άνθρωπος και η Ιστορία έχουν μια διαλεκτική σχέση μεταξύ τους, διότι ο ένας μπορεί να επηρεάσει τον άλλο ανάλογα του βαθμού συμμετοχής του ανθρώπου στο ιστορικό Γίγνεσθαι. Ο άνθρωπος γίνεται αντικείμενο της Ιστορίας που υφίσταται τις συνέπειες των ιστορικών εξελίξεων π.χ. όταν οι υπόδουλοι Έλληνες βρίσκουν καταφύγιο στην Οδησσό αλλά κι όταν αργότερα αναγκάζονται να φύγουν από εκεί ως πρόσφυγες ή όταν ο Κόλιας πέφτει θύμα της σταλινικής εξουσίας κ.λ.π. Ο άνθρωπος όμως γίνεται και υποκείμενο της Ιστορίας, όταν τη διαμορφώνει με τη δράση του, όπως στην περίπτωση της Ρωσικής επανάστασης με την επαναστατική κινητοποίηση του ρώσικου λαού υπό την καθοδήγηση του κόμματος των μπολσεβίκων.

Οι κοινωνικοί τύποι του έργου          

Μια μεγάλη ποικιλία κοινωνικών τύπων και γυναικείων χαρακτήρων παρελάσει μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Απ’ τις παραδοσιακές κι υπάκουες γυναίκες, που οι ρόλοι τους περιορίζονται στην μητρότητα και στο νοικοκυριό, όπως η Ευδοκία, η Βαγγέλαινα, η Ευφροσύνη, από την επιπόλαιη κι ανέμελη Αικατερίνη Αντώνοβα, που δεν έμαθε ποτέ να αναλαμβάνει ευθύνες, απ’ την καλόκαρδη Φεοδώρα, που μετεωρίστηκε μεταξύ παλιού και νέου τρόπου ζωής μέχρι να βρει το τελικό βηματισμό της, απ’ τη νεόπλουτη κυρία που απορούσε σε τι διαφέρει από μια άλλη πλούσια κυρία της ομογένειας, ώσπου να πάρει την αποστομωτική απάντηση «…καλή μου, η διαφορά μεταξύ σας είναι ένας πολιτισμός!» μέχρι την Ελένη την πρωταγωνίστρια, που απαίτησε για τον εαυτό της έναν άλλο τρόπο ζωής, πιο ελεύθερο, κι αγωνίστηκε για να τον κατακτήσει.
      Η Ελένη συμβολίζει τη νέου τύπου γυναίκα, που γκρεμίζει προκαταλήψεις και στερεότυπα της εποχής της και αγωνίζεται να ζει ελεύθερα, και να αποφασίζει η ίδια για τη ζωή της. Είναι δυναμική και τολμηρή, δεν υποκρίνεται και προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα   στους ποικίλους ρόλους της, συνδυάζοντας την οικογενειακή γαλήνη με την κοινωνική παρουσία και προσφορά. Προσπαθεί και κατακτά μια νέου τύπου σχέση ανάμεσα στο ανδρόγυνο, που ανατρέπει την παραδοσιακή σχέση της τυφλής υπακοής της γυναίκας στον άντρα-αφέντη. Η νέου τύπου σχέση βασίζεται στην ισότητα, στο σεβασμό της γνώμης του άλλου, στην αμοιβαία κατανόηση, στην αληθινή συντροφικότητα, στην ελευθερία που πλουταίνει τη σχέση και την προσωπικότητα τους και πάνω απ’ όλα στον έρωτά τους, που τροφοδοτείται απ’ όλα αυτά.
            Την ελευθερία της την αντιλαμβάνεται ως πράξη ευθύνης απέναντι στον εαυτό της και στο κοινωνικό της περιβάλλον. Αυτή η αντίληψη  ελευθερίας την ωθεί να επιλέξει ανάμεσα στο δίκαιο και στο άδικο, στο καλό και στο κακό, στον αληθινό έρωτα και τη συμβατική σχέση, τη ζωή και το θάνατο… Γι αυτό συμβουλεύει την Αντώνοβα να κρατήσει το παιδί που κυοφορεί, γι αυτό αναγνωρίζει τα δίκαια για τα οποία αγωνίζεται ο Κόλιας, αν κι έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της τάξης της, γι’ αυτό εργάζεται στη Βιβλιοθήκη Μαρασλή για τη διάδοση της ελληνικής παιδείας…Το μόνο αρνητικό σημείο που μπορεί κάποιος να της καταλογίσει είναι η σχετικά εύκολη άρνηση της πατρικής της οικογένειας και ιδίως του πατέρα της, που την υπεραγαπούσε, η λήθη για τα παιδιά του Θωμά απ’ τον πρώτο του γάμο και η ερωτική φιλία (;) με το νεαρό ανηψιό της το Κόλλια. Μήπως όμως ο συγγραφέας την έπλασε έτσι για να τονίσει ακόμα περισσότερο αυτόν τον καινούργιο τύπο της γυναίκας, όπου η αίσθηση της ελευθερίας της  ήταν τόσο πολύ δυνατή με αποτέλεσμα να αψηφά ήθη κι έθιμα και να πληγώνει -έστω κι άθελα της πρόσωπα αγαπημένα;
        Εντυπωσιακές είναι οι σελίδες με το πολιτιστικό σόκ που αισθάνθηκε, όταν -φεύγοντας από τα Σιάτιστα- πρωτοαντίκρυσε τη μεγαλούπολη της Σαλονίκης με τη μεγάλη λεωφόρο Ζεγανιόλ (Εγνατίας;) και τα εμπορικά της καταστήματα, τους οίκους ανοχής και κυρίως, όταν πρωτοαντίκρυσε τη θάλασσα, «τόσο πολύ νερό σε μια απέραντη αγκαλιά κλεισμένο[…] την ατέλειωτη επιφάνεια […] που μπορούσες να βουλιάξεις, να πνιγείς να αρμενίσεις… » για την οποία είχε τόσα πολλά ακούσει, αλλά δεν είχε δει ποτέ ως τότε! (σ.190) (Η σκηνή αυτή μου θύμισε μια άλλη σκηνή για τη θάλασσα που περιγράφεται από την Άλκη Ζέη στην «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» αλλά εδώ είναι η αίσθηση της στέρησης της θάλασσας που συνειδητοποιεί ο αναγνώστης. Όταν η Έλληνίδα πρόσφυγας του Εμφύλιου πολέμου αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα της και  να ταξιδεύσει προς τη μακρινή Τασκένδη για να συναντήσει τον εξόριστο επίσης αρραβωνιαστικό της Αχιλλέα, αισθάνεται εγκλωβισμένη μέσα στις αχανείς κι άγονες στέπες της κεντρικής Ασίας. Τότε συνειδητοποιεί τί είχε και τί έχασε, την ομορφιά της γαλάζιας  θάλασσας που έχει η Ελλάδα και πόσο τώρα της λείπει κι απελπίζεται που βρέθηκε σε αυτά τα μακρινά κι αφιλόξενα μέρη για να συναντήσει επιπλέον κι έναν αρραβωνιαστικό σχεδόν άγνωστο της!)
            Από τους ανδρικούς κοινωνικούς τύπους ξεχωρίζει ο Θωμάς. Αυτοδημιούργητος, τίμιος, υπεύθυνος, εργατικός κερδίζει την εμπιστοσύνη των πελατών του και προκόβει πρώτα ως πραματευτής κι αργότερα ως εισαγωγέας και εξαγωγέας στην Οδησσό. Έξυπνος, αφουγκράζεται τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, φροντίζει να ενημερώνεται γι αυτές αλλά αποφεύγει να χρωματιστεί πολιτικά. Με ελληνική συνείδηση αν κι αισθάνεται μπερδεμένος με τον τόπο καταγωγής του. Επίσης αργεί να συνειδητοποιήσει ότι η σχέση του με την Ελένη είναι βαθιά ερωτική και ψυχική κι ότι είναι η σχέση που πάντα ονειρευόταν να έχει και κάτι που δεν έζησε με την πρώτη του γυναίκα την Ευδοκία. Η εγκατάλειψη όμως της πρώτης του οικογένειας κι ιδίως των παιδιών του και του γιου του Νικόλα, πάντα βάραινε τη συνείδηση του κι ήταν ένα αγκάθι στην καρδιά του.
Ο Βαγγέλης, ο πατέρας της Ελένης, ο πραματευτής από τα Σιάτιστα, που πρόκοψε χάρις στην τιμιότητα κι υπευθυνότητα του. Άτομο με βαθιά ελληνική συνείδηση οργάνωνε μυστικές συνάξεις στο σπίτι του για να υπηρετήσει τον αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας κι επέτρεπε –παρά τα έθιμα της εποχής- στην πρωτοκόρη του Ελένη να παρακολουθεί τις συζητήσεις. Αυτές μάλλον οι συζητήσεις ενέσπειραν τις ιδέες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης στη μικρή Ελένη. Πληγώθηκε βαθιά, όταν έμαθε τη φυγή της κόρης του με το Θωμά. Αξιολύπητος στη συνάντηση του με το γαμπρό του τώρα Θωμά αλλά τελικά υποτάσσεται στα τετελεσμένα μέχρι που ο συνονόματος του εγγονός του τον επισκέπτεται στα Σιάτιστα για να τον γεμίσει χαρά, που δυστυχώς δεν κρατά πολύ, διότι ο μικρός λίγο αργότερα σκοτώνεται συμμετέχοντας σε μάχη για την απελευθέρωση της Μακεδονίας!
Ο Κόλιας, ο νεαρός ανεψιός του Θωμά, 7 χρόνια μικρότερος της Ελένης, την οποία ερωτεύτηκε. Ο γνήσιος επαναστάτης, ο ιδεολόγος, ο κομμουνιστής που αφιέρωσε τη ζωή του στον ερχομό μιας καλύτερης κοινωνίας, πιο ελεύθερης και δίκαιης για να απογοητευτεί τελικά μετά την εγκατάσταση του υπαρκτού σοσιαλισμού στη Ρωσία και να εξαφανιστεί από προσώπου γης κατά την περίοδο του σταλινισμού, από τους ομοϊδεάτες του τελικά! Πιστός στα ιδεώδη του τα πολιτικά αλλά και στον έρωτα του για την Ελένη, που ενέπνευσαν τη νιότη του!
Όλος αυτός ο μικρόκοσμος παρελάσει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη για να μας θυμίζει ότι, όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος, ο άνθρωπος παραμένει πάντα ο ίδιος. Χαίρεται, λυπάται, αγωνίζεται, υποτάσσεται, ελπίζει, ερωτεύεται…το μόνο που μας διαφοροποιεί είναι η στάση ζωής που υιοθετεί ο καθένας από μας.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ  ΤΕΧΝΙΚΕΣ
Ο συγγραφέας Ν. Θέμελης φαίνεται ότι κατέχει την τέχνη του αφηγείσθαι. Ο μύθος του είναι αληθοφανής και μας προκαλεί έκπληξη κι αγωνία. Ίσως λίγο χαλαρός στα σημεία που εισέρχεται ο Γιάννης στη ζωή της Ελένης, μετά το θάνατο του Θωμά.
     Έξυπνο το εύρημα του τηλεγραφήματος της «παραίτησης του Πατριάρχη», διότι με την αποστολή του απ’ την Τεργέστη μέχρι την Μπράιλα, την Πόλη, την Οδησσό  και τα Σιάτιστα μας παρουσιάζει όλο το γεωγραφικό χώρο μέσα στον οποίο ζουν Έλληνες, τους οποίους ενδιαφέρει η είδηση. Επίσης τα πρόσωπα με τις συγγένειες μεταξύ τους, τα ταξίδια των πραματευτάδων ανά τα Βαλκάνια δένουν περισσότερο το χώρο και το μύθο. Ακόμα ο ζωγραφικός πίνακας «Εσπερινός», που δώρισε ο Γιάννης στην Ελένη, τον οποίο σε καίριες στιγμές αναφέρει κάθε τόσο  η Ελένη, αποτελεί το οπτικό σύμβολο της ελεύθερης γυναίκας, που φεύγει νοερά πάνω από πόλεις, χωριά από χρόνια και δεκαετίες.
     Ο συγγραφέας για να προκαλέσει αγωνία διακόπτει κάθε τόσο  την εξέλιξη του μύθου του, επιβραδύνοντας τον αφηγηματικό χρόνο, με το να παραθέτει περιγραφές των πόλεων, των κατοικιών, της διακόσμησης τους ή με το να επανέρχεται σε  άλλο θέμα. Με αυτόν τον τρόπο δεν προκαλεί μόνο αγωνία αλλά παραθέτει περιγραφές που λειτουργούν ως σκηνικό της δράσης, παραθέτει σχόλια, ψυχολογικές αναλύσεις που φωτίζουν περισσότερο τη δράση. Αντίθετα για να προκαλέσει έκπληξη, επιταχύνει τον αφηγηματικό χρόνο αποσιωπώντας γεγονότα και καταστάσεις, τα οποία αποκαλύπτει αργότερα με αναδρομές στο παρελθόν, όπως στο πρώτο ερωτικό σμίξιμο Θωμά-Ελένης (σ.130-138). Γενικά ο αφηγηματικός χρόνος εξελίσσεται ευθύγραμμα, όπως κι ο ιστορικός χρόνος από το 1884 ως το 1927 αλλά διακόπτεται κάθε τόσο με αναδρομές στο παρελθόν ή πετώντας σημάδια που προοικονομούν το μέλλον.        
Όσον αφορά την οπτική γωνία του αφηγητή συνδυάζονται: η  οπτική γωνία του παντογνώστη αφηγητή -που τα γνωρίζει όλα ακόμα και τις μύχιες σκέψεις των ηρώων του και μιλά σε γ! ενικό και πλάγιο λόγο- και η περιορισμένη οπτική γωνία των ηρώων του -που μιλούν σε α! ή β! ενικό πρόσωπο κάνοντας διάλογο μεταξύ τους, σε ευθύ λόγο. Με αυτόν τον τρόπο η παρουσίαση των χαρακτήρων γίνεται στατικά και δυναμικά δηλαδή χαρακτηρίζοντας στην πρώτη περίπτωση  ο αφηγητής τους ήρωες, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ο αναγνώστης, μέσα από τα λόγια και τις πράξεις των ίδιων των ηρώων και το κείμενο γίνεται πιο παραστατικό και ζωντανό.

ΓΛΩΣΣΑ-ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ

Η Γλώσσα είναι δημοτική με αρκετούς ιδιωματισμούς της εποχής για να εκφράσει καλύτερα το γλωσσικό ιδίωμα της κοινωνίας εκείνης. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει το ύφος του λόγου είναι ένας ρεαλισμός με έναν λανθάνοντα λυρισμό που καθηλώνει τον αναγνώστη. Πιο συγκεκριμένα εκφράζει την πραγματικότητα της εποχής εκείνης αλλά το συναίσθημα δεν είναι κραυγαλέο, ώστε να γίνεται μελό, αλλά ξεπηδά ξαφνικά μέσα από την επιλογή του κατάλληλου επιθέτου, του ασύνδετου σχήματος που παρασέρνει τη φαντασία του αναγνώστη, τις παρομοιώσεις, τις μεταφορές και προπάντων τις δυνατές περιγραφές του.
Τελικά ο Ν. Θέμελης μας χάρισε ένα αξιόλογο μυθιστόρημα, που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα, που ζωντανεύει και διασώζει απ’ τη λήθη του χρόνου μια «εποχή μεγάλων ανατροπών», μεταδίνοντας μας τη συγκίνηση του βιώματος των ανθρώπων που έζησαν τότε, κάτι που δεν μπορεί να μας προσφέρει η επιστήμη της ιστοριογραφίας με την αντικειμενική βέβαια ματιά της αλλά και τον ψυχρό ορθολογισμό της.
                                      Σούλη Αγγγελική                                                                                                                                Βάρκιζα,28-01-2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου