Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

"Η Αναζήτηση" Ν.Θέμελης, εκδ. Κέδρος, 1998

 Ο μικρασιατικός ελληνισμός έχει απασχολήσει αρκετούς λογοτέχνες, διότι το θέμα του ξεριζωμού και των χαμένων πατρίδων συντάραξε ψυχικά τους Έλληνες. Αυτό όμως που διαφοροποιεί το Νίκο Θέμελη από τη γενιά των συγγραφέων που κατάγονται από τη Μικρά Ασία ή την Πόλη και βίωσαν οι ίδιοι τον ξεριζωμό (Ηλ.Βενέζης, Στρ.Δούκας, Κ.Πολίτης, Δ.Σωτηρίου, Γ. Θεοτοκάς κι άλλοι….) είναι ότι εστιάζει το θέμα του στις οικονομικοκοινωνικές συνθήκες ανάπτυξης της αστικής τάξης του χώρου αυτού χωρίς να ασχολείται διεξοδικά με το μικρασιατικό πόλεμο (1919-1922) και τις οδυνηρές, άμεσες συνέπειες του. Η νέα γενιά συγγραφέων, αποφορτισμένη από τη συναισθηματισμό του βιώματος και ζώντας σ’ ένα κόσμο περισσότερο παγκοσμιοποιημένο, αντιμετωπίζει το μικρασιάτικο ελληνισμό πιο κριτικά. Ο Ν. Θέμελης γράφει ιστορικό μυθιστόρημα για να αναδείξει άλλες πτυχές του μικρασιάτικου ελληνισμού, δηλ. την οικονομική δράση και την πολιτιστική έκφραση της τάξης εκείνης που με τον πλούτο και την κουλτούρα της σημάδεψε την εποχή εκείνη και γοητεύει και μας σήμερα, έστω και με τον απόηχο του μύθου της. Ακόμα κριτικάρει την ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, τις συνέπειες των Βαλκανικών πολέμων στην οικονομία της περιοχής με το χωρισμό της Ιωνίας απ’ τα αντικρινά νησιά του συμβάλλοντας έτσι περισσότερο στην εθνική μας αυτογνωσία.

«Η Αναζήτηση» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του νεοεμφανιζόμενου στη νεοελληνική λογοτεχνία Ν. Θέμελη (γεν.1947), το οποίο έχει σπονδυλωτή μορφή. Έξι διαφορετικά πρόσωπα αφηγούνται την προσωπική τους ιστορία ο καθένας, κι όλες μαζί οι επιμέρους αφηγήσεις συνθέτουν την περιπέτεια ζωής του κεντρικού ήρωα Νικολή-εφέντη, μέσα από τις σχέσεις τους μαζί του. Χρονολογικά οι αφηγήσεις αυτές τοποθετούνται στα τέλη 19ου αιώνα κι αρχές 20ου κι αγκαλιάζουν το μικρασιατικό ελληνισμό με επίκεντρο τη Σμύρνη αλλά και την κοντινή της Μυτιλήνη, την Πόλη και με λίγες αναφορές στον Πόντο.
Ο καθένας από τα πρόσωπα αυτά αναζητά το πεπρωμένο του, χαράσσοντας την πορεία της ζωής του. Αναζητά τη δική του αλήθεια, το δικό του νόημα ζωής που θα τον γεμίσει ψυχικά. Όλοι κουβαλούν την ιστορία των προγόνων τους, τη δική τους παράδοση οικογενειακή κι εθνική που τους σημαδεύει θετικά κι αρνητικά και με την οποία πολλές φορές έρχονται σε ρήξη. Όλοι αναζητούν τις δικές τους απαντήσεις σ’ έναν κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς, είτε αφορά το μικρόκοσμο τους, είτε τον ευρύτερο κοινωνικό κι εθνικό. Θέτουν στόχους, αναζητούν τη θέση τους μέσα στην κοινωνία κυνηγώντας προσωπικά ή συλλογικά οράματα. Σε πρώτο επίπεδο κτίζει ο καθένας την προσωπική του ζωή, σε δεύτερο επίπεδο δημιουργούν την ιστορία της γενιάς τους και του τόπου όπου ζουν και σε τρίτο επίπεδο συνθέτουν την ιστορία ενός τμήματος του υπόδουλου ελληνισμού από την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Αυτό το νόημα έχει και ο τίτλος του μυθιστορήματος «Αναζήτηση», ο οποίος στην αφήγηση του Άγγελου εμπλουτίζεται και με άλλο καινούργιο νόημα.

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ
Συγκεκριμένα στην πρώτη αφήγηση του Νικόλα, απ’ τα Ζαγόρια της Ηπείρου, ο πρωταγωνιστής ανδρώνεται μέσα από την οδυνηρή εμπειρία της εγκατάλειψης της οικογένειας του από τον πατέρα τους, αναζητώντας ο ίδιος, όσο μπορεί, την αλήθεια για το φευγιό του πατέρα, που αλώνιζε τα Βαλκάνια ως πραματευτής. Η αγάπη, ο θαυμασμός που είχε στον πατέρα του, η ξαφνική στέρηση του, τα ερωτηματικά που ζητούν απαντήσεις συγκρούονται μέσα στην ψυχή και στο μυαλό του με τα μισοκρυμμένα κι ακατανόητα, για την ηλικία του, λόγια των άλλων για τα αίτια της φυγής. Ο Νικόλας αναζητεί το νόημα της σεξουαλικότητας, την αιτία της «συνωμοσίας της σιωπής» των ενηλίκων, «το γιατί των γιατί», όπως εύστοχα το εκφράζει ο συγγραφέας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη φτώχεια του τόπου τον οδηγούν στην ξενητειά, αναζητώντας καλύτερη ζωή και ίσως την ελπίδα μήπως βρει τον απόντα πατέρα.

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΣΤΟΡΑ
Στη δεύτερη αφήγηση του Αρχιμάστορα –του τεχνίτη που έκτισε το πατρικό σπίτι του Νικόλα, στα Ζαγόρια, πριν τη φυγή του πατέρα- συναντιόνται στη Μυτιλήνη ο Νικόλας κι ο αρχιμάστορας που δούλευε τώρα την πέτρα εκεί. Η Μυτιλήνη την εποχή αυτή βρίσκεται στην αρχή της αστικής της ανάπτυξης και η νέα ανερχόμενη τάξη του νησιού κτίζει αρχοντικά, εξοχικές επαύλεις, μαγαζιά, γραφεία, εργοστάσια αλλάζοντας την όψη της χώρας. Η γεωγραφική θέση του νησιού στο Αιγαίο και απέναντι από την εύφορη Μ. Ασία καθώς και η γόνιμη γη του ίδιου του νησιού, που παρήγαγε πλήθος προϊόντων, το κατέστησαν κέντρο εμπορίου. Οι Μυτιληνιοί, που οι δουλειές τους απλώνονται από τη Μαύρη θάλασσα μέχρι το Κάιρο, κυριαρχούν σιγά- σιγά στο νησί θέτοντας στο περιθώριο το μουσουλμανικό στοιχείο- πολλές φορές και με την ανοχή της Πύλης- κι εξαπλώνονται απέναντι στα παράλια της Μ. Ασίας αγοράζοντας μαγαζιά και τσιφλίκια. Η Δυτ.Μ.Ασία και το νησί της Μυτιλήνης αποτελούν πια μια ενιαία οικονομική και πολιτιστική ενότητα, η οποία θα διαλυθεί μετά την απελευθέρωση του νησιού το 1913. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο νησί αυτό παρατηρούνται οι πρώτες προσπάθειες δημιουργίας συνεταιρισμών των ελαιοπαραγωγών, τους οποίους ονόμαζαν ισνάφια.
Εκεί λοιπόν στον παραθαλάσσιο Μόλυβο, με την εύφορη ενδοχώρα του και την όμορφη πόλη του με το Κάστρο ψηλά στο λόφο και τα παραδοσιακά σπίτια, τα κτισμένα στην πλαγιά του λόφου μέχρι κάτω στη θάλασσα ο αρχιμάστορας αναζητά τη δική του αλήθεια. Τη βρίσκει στην ομορφιά του κτισίματος και στη ζεστή ανθρώπινη παρέα. Παρατηρώντας τα Χαμάμ της πόλης, τις χριστιανικές εκκλησίες, τα αρχοντικά μονολογεί ότι το κτίσιμο είναι κι αυτό μια μεγάλη Τέχνη, όταν κτίζει κανείς με γνώση και με μεράκι. Έτσι το κτίριο αποκτά μια ομορφιά διαχρονική, άξια θαυμασμού κι απ’ τις επόμενες γενιές. Επίσης η ομορφιά της ζωής μπορεί να βρίσκεται μέσα σε μια ζεστή ανθρώπινη συντροφιά, όταν αυτή επιβάλλει έναν τρόπο ζωής φυσικό, λιτό, ελεύθερο, ειλικρινή, χαλαρό, ξένοιαστο, κι ερωτικό ακόμη, που φέρνει το δέσιμο της παρέας σε μια μεγάλη «οικογένεια». Εκεί λοιπόν στη Μυτιλήνη συναντιόνται και ο Νικόλας με το Βάϊο, όπου ο τελευταίος- μετά από συστάσεις- τον καλεί στη Σμύρνη να αναλάβει διαχειριστής της τεράστιας περιουσίας του, μετά το εγκεφαλικό που υπέστη ο πατέρας του Αντών- εφέντη.


Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΙΟΥ.
Στην τρίτη αφήγηση του Βάιου εξιστορείται η πετυχημένη διαχείριση του Νικόλα στο τιμόνι όλων των επιχειρήσεων του Αντών-εφέντη, κι ο αξιοπρεπής τρόπος ζωής του, που του χάρισαν και την προσφώνηση Νικολής-εφέντης, ανεξάρτητα από καταγωγή και πλούτη. Η μοίρα τα ’φερε έτσι, ώστε η οικογένεια του Αντών-εφέντη να γίνει και δική του οικογένεια μετά το γάμο του με τη θυγατέρα του, την Άννα και την οριστική αναχώρηση του γιου του Βάιου για τη Γερμανία.
Ο Βάιος, άτομο ευαίσθητο και με πνευματικές ανησυχίες, αναζητούσε όμως αλλού το αστέρι που θα φώτιζε το δικό του δρόμο, κι όχι στις επιχειρήσεις του πατέρα του. Νεαρός είχε πάει στη Λειψία της Γερμανίας για σπουδές κι εκεί γνώρισε τη σύγχρονη πνευματική κίνηση της Γερμανίας και της Ευρώπης, από την οποία εντυπωσιάστηκε. Επιστρέφοντας πίσω στην πατρίδα, μετά την ασθένεια του πατέρα του, ζει μεταξύ γενέτειρας Μανησά και Σμύρνης και παρά τις προσπάθειες να προσαρμοστεί εκεί, τελικά επιστρέφει στη Γερμανία, κινούμενος ανάμεσα σους κύκλους του Αρχαιολογικού Μουσείου του Βερολίνου, της Βιβλιοθήκης της Βιέννης και της ονειρώδους αγάπης του για τη Γερτρούδη, που είχε γνωρίσει στα φοιτητικά του χρόνια. Μακριά από πατρίδα, χωρίς οικογένεια, χωρίς πλούτη, έχοντας κατακτήσει μάλλον τη δικιά του εσωτερική ισορροπία πέθανε λίγο μετά τον Α! Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αγάπη του για τα βιβλία, η ευγένεια ψυχής, η μεγάλη φιλία του με το Νικολή-εφέντη, η αλληλογραφία του με την οικογένεια του συνθέτουν την εικόνα ενός μοναχικού, καλλιεργημένου ανθρώπου, που από επιλογή προτίμησε να ζήσει έτσι.

Στην αφήγηση του Βάιου -που είναι η εκτενέστερη κι η πιο εντυπωσιακή μαζί με αυτήν της Νόνας- περιγράφεται η οικονομική ζωή στη Σμύρνη και στην ευρύτερη περιοχή, στα χρόνια της ακμής τους. Δίνεται το γεωγραφικό ανάγλυφο της περιοχής με τα ποτάμια, τα βουνά, τις εύφορες πεδιάδες της, που καλλιεργούσαν σχεδόν τα πάντα: αμπέλια, ελιές, καπνός, σύκα, σουσάμι, κριθάρι, μπαμπάκι, όσπρια, φρούτα…ακόμα και παπαρούνα! Προϊόντα τόσα, ώστε να λένε οι ντόπιοι «τίποτα δεν μας λείπει, κι όλα μας περισσεύουν» (σ.223).Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραγωγής επεξεργαζόταν, συσκευαζόταν και το εξήγαγαν στο εξωτερικό, στο Λονδίνο, στο Άμστερνταμ, στην Αμβέρσα, στη Μασσαλία, στο Παρίσι, στη Βιέννη, στην Αγία Πετρούπολη…Κυρίως εξήγαγαν σταφίδα, ξερά σύκα, σουσάμι ακατέργαστο σε σπόρους αλλά και κατεργασμένο σε σουσαμόλαδο και αιθέριο έλαιο για τα καλλυντικά, που ήταν άριστης ποιότητας και πανάκριβο.
Για να κινηθεί όλο αυτό το εμπόριο απαιτούνταν άριστος προγραμματισμός σ΄ όλα τα στάδια του, από την καλλιέργεια, τη συγκομιδή, την επεξεργασία, τη συσκευασία των προϊόντων για να εξασφαλιστεί η ποιότητα τους. Μετά άρχιζε η αναζήτηση και η επιλογή των πελατών στις αγορές της Ευρώπης, η οποία απαιτούσε γνώση και σωστή πληροφόρηση χωρίς να αποκλείονται και τα ρίσκα των εμπόρων σε κάποιες αποφάσεις τους. Τέλος για τη μεταφορά των προϊόντων στις μακρινές ξένες αγορές και την έγκαιρη παράδοση τους και στη συμφωνημένη συσκευασία διασφαλίζονταν με γραπτές εγγυήσεις και ασφάλειες από τις μεταφορικές εταιρείες. Ένας πολύπλοκος μηχανισμός λοιπόν απαιτούνταν για τη διοργάνωση του εξαγωγικού εμπορίου, που οι συναλλασσόμενοι μεταξύ των άλλων ικανοτήτων τους έπρεπε να διαθέτουν οργανωτικό νου, φερεγγυότητα, διορατικότητα.

Ιδιαίτερα περιγράφεται (σ.219-222) η πόλη της Μανησάς, 30 χλμ. βόρεια της Σμύρνης, αγροτικό κέντρο με μεγάλα τσιφλίκια μοιρασμένα σε Τούρκους και Έλληνες. Η Μανησά, αρχαία ονομασία Μαγνησία και τόπος καταγωγής Σουλτάνων, με πληθυσμό 60.000 κατοίκων, όπου υπερτερούν οι Τούρκοι έναντι των Ελλήνων, τώρα αποτελεί μεγάλο εμπορικό σταυροδρόμι, όπου εκεί καταλήγουν τα καραβάνια με τις καμήλες που μεταφέρουν εμπορεύματα από τα ενδότερα της χώρας και από εκεί διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή, που μόλις κατασκευάστηκε συνδέοντας τη Σμύρνη βόρεια με την Πόλη, ανατολικά με το Ικόνιο και νότια με το Αϊδίνι. Οι Μανησαλήδες κατεβαίνουν συχνά στη Σμύρνη για τις οικονομικές τους συναλλαγές, τη διασκέδαση τους, τις σπουδές των παιδιών πότε με το τρένο, πότε με το λαντώ, την ιππήλατη άμαξα τους. Εκεί λοιπόν βρίσκεται η κατοικία του Αντών-εφέντη και παραέξω το τσιφλίκι του, που πέρασε στο γαμπρό του Νικολή-εφέντη.
Η Σμύρνη (σ.219-223,315) βέβαια ήταν το κάτι άλλο: μια κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα με ευρωπαϊκό αέρα, με ζωή πιο φιλελεύθερη από αυτήν της Πόλης. Πολυπολιτισμική πολιτεία, όπου συνυπήρχαν αρμονικά 75.000 Έλληνες, 45.000 Τούρκοι, 15.000 Εβραίοι, 6.000 Καθολικοί, 4.000 Αρμένιοι και άλλοι, Πέρσες, Τσεκέζοι…αλλά «επικυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο που κινούσε τα νήματα, τους τροχούς της οικονομίας και ρύθμιζε το σφυγμό της κοινωνίας…Στη Σμύρνη συζητούσαν άφοβα, κρίναν, αδιαφορώντας ποιος τους άκουγε κι αν ήταν μπροστά Τούρκοι αξιωματούχοι».
Ο ευρωπαϊκός αέρας της καθρεπτιζόταν στον παραλιακό της δρόμο, τη γνωστή Προκυμαία, όπου δέσποζαν τα μεγάλα διεθνή ξενοδοχεία, Κραίμερ και Χουκ, το Σπόρτινγκ Κλαμπ των Ελλήνων, τα θέατρα αλλά και τα γραφεία των ναυτιλιακών και ασφαλιστικών εταιρειών, καφενεία και δίπλα στο εσωτερικό κτιστό λιμάνι της το τελωνείο, το γραφείο διαβατηρίων. Εσωτερικά και παράλληλα με την προκυμαία εκτεινόταν η ευρωπαϊκή οδός με τα μαγαζιά και την πλούσια αγορά της. Απ’ τις περιοχές αυτές ξεκινούσαν οι ελληνικές συνοικίες κι αμέσως μετά, η Αρμένικη συνοικία και στη συνέχεια απ’ τη μια η Εβραϊκή προς το λιμάνι κι απ’ την άλλη οι τουρκικές συνοικίες προς το όρος Πάγος. Διαβάζουμε στη σ.254 «Το πέρασμα από τον ένα μαχαλά στον άλλο έμοιαζε με πέρασμα ανάμεσα σε έθνη, κόσμους, πολιτισμούς που μάθανε να ζουν ειρηνικά αντάμα. Όχι πως δεν υπήρχαν εμπάθειες…αλλά…η φυλετική διάκριση ήταν η προσπάθεια να συγκαλυφθεί με κάποιο λόγο… μια ολοκάθαρη εγκληματική πράξη με κίνητρα περιουσιακά ή με αιτία το φθόνο που αυγάτιζε μες στη μιζέρια που κάποιοι ζούσαν.»
Η πνευματική και η πολιτιστική ζωή της Σμύρνης ήτανε στα χέρια των χριστιανών, καθολικών, ορθοδόξων και αρμένηδων ακόμα. Η Καθολική Αρχιεπισκοπή επέβλεπε αφενός τις εκκλησίες που είχαν ιδρύσει οι Φραγκισκανοί, οι Καπουτσίνοι, οι Δομηνικανοί μοναχοί κι αφετέρου πολλά σχολεία, όπως το Κολέγιο των Λαζαριστών, 5 σχολεία των Φρέρηδων, πολλά δημοτικά, οικοτροφείο, ορφανοτροφεία, το Ιταλικό Ινστιτούτο. Συγχρόνως οι Άγγλοι και οι Γάλλοι είχαν ιδρύσει άλλα σχολεία. Οι Έλληνες καμάρωναν για την Ευαγγελική Σχολή και για τα πολλά σχολεία που είχαν ιδρύσει και σ’ άλλες πόλεις της Ιωνίας αλλά κι απέναντι στα νησιά. Ακόμα αισθάνονταν υπερήφανοι για την Ελληνική Λέσχη, που σύχναζαν οι Έλληνες επιστήμονες, τη Λέσχη Κυνηγών και για το Σπόρτινγκ Κλάμπ, στέκι της αστικής τάξης τους. Τέλος αυτή την εποχή πολλές ξένες αρχαιολογικές εταιρείες, όπως η Γερμανική, η Γαλλική… έκαναν ανασκαφές στην Πέργαμο, στην Έφεσο, στη Μίλητο, στην Αλικαρνασσό, στην Πριήνη φέρνοντας στο φως μνημεία σπουδαία απ’ την αρχαιότητα.
Ο μικρασιάτικος ελληνισμός στο εθνικό ζήτημα δεν είχε μια ενιαία άποψη. Πάρα πολλούς τους συνέπαιρνε το όραμα της Μεγάλης Ιδέας κι επιζητούσαν την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα, όμως υπήρχαν και άλλοι που ήταν διστακτικοί -ίσως διότι έβλεπαν τη δυσκολία και τους κινδύνους του εγχειρήματος- γι’ αυτό προτιμούσαν ένα καθεστώς επικυριαρχίας των Ελλήνων της περιοχής της Σμύρνης πάνω στους Τούρκους. Ο επιχειρηματικός κόσμος συζητούσε λέγοντας «η είσοδος της ατμομηχανής θα γονατίσει το (αναχρονιστικό) οθωμανικό κράτος μια ώρα αρχύτερα, πράγμα που θα φέρει και το εθνικό ζήτημα πιο γρήγορα στη λύση του…Επιπλέον η ανάπτυξη του εμπορίου καταργεί τα σύνορα.» Απ’ την άλλη όμως η απελευθέρωση της Μυτιλήνης και των νησιών του Αιγαίου με τους Βαλκανικούς πολέμους, το 1913, έφερε μεγάλο πλήγμα στο εμπόριο της περιοχής, αφού χωρίστηκαν τα νησιά με τα απέναντι παράλια τους. Ο Νικολής-εφέντης είναι αναποφάσιστος στο εθνικό ζήτημα και βλέπει πολύ πιο μακριά, λέγοντας «ότι η Μεγάλη Ιδέα είναι η Παιδεία, εκείνη που μπορεί να ενώσει τη σκέψη των ανθρώπων είτε ζουν εδώ είτε από την άλλη πλευρά του Αιγαίου.»
Η προσωπικότητα του Νικολή-εφέντη κυριαρχεί στο μυθιστόρημα και συμβολίζει τον τύπο του αυτοδημιούργητου Έλληνα, του μετανάστη που ρίζωσε στη Σμύρνη, έκανε οικογένεια, απόκτησε πλούτη, καλό όνομα στην κοινωνία. Άτομο δημιουργικό, βάζει στόχους, αγωνίζεται γι αυτούς και τους πραγματώνει, ένα όμως δεν μπόρεσε να κατακτήσει, τη γυναίκα του, την Άννα, την οποία αγαπούσε αλλά αυτή με την επηρμένη στάση της και τα φαρμακερά λόγια της, του πλήγωσαν πολύ την καρδιά.
Άνθρωπος πρωτοπόρος στις ιδέες του, παρακολουθούσε τις εξελίξεις πολιτικές, εθνικές, μελετούσε αρχαίους συγγραφείς κι ενδιαφερόταν για τη διάδοση της παιδείας δίνοντας δωρεές σε σχολεία της Σμύρνης κι οργανώνοντας παραδόσεις μαθημάτων κάθε σαββατοκύριακο στα παιδιά των κολλίγων του τσιφλικιού του. Οι πρωτοποριακές του ιδέες δεν ήταν πάντα κατανοητές κι αποδεκτές από το περιβάλλον του και μάλιστα απέκτησε κι εχθρούς, όταν αντιτάχτηκε στην καλλιέργεια της παπαρούνας, απ’ την οποία παράγεται το όπιο που ναρκώνει το νου και την ψυχή. Άνθρωπος σοβαρός, λιτός, αξιοπρεπής που δεν ξεχνά όμως και τις προσωπικές χαρές της ζωής, εκτιμώντας την καλή παρέα και συντροφιά, είτε ανδρική είτε γυναικεία.
Τελικά αληθινός Άνθρωπος, που η μνήμη του έμεινε ζωντανή, ως μύθος, ακόμα και μετά το θάνατο του στηρίζοντας ψυχικά τους πρόσφυγες της Σμύρνης, παρέχοντας τους το πρότυπο του ανθρώπου που αντλεί δύναμη από μέσα του για να προκόψει και να δημιουργήσει αναζητώντας κάθε φορά νέους δρόμους στη ζωή(σ.409-410). Αλλά κι ως μύθος για τους υπόλοιπους Έλληνες που στοίχειωσε στα όνειρά τους, εκφράζοντας μια ευημερούσα ελληνική κοινωνία στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, που ξεριζώθηκε βίαια.

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΝΑΣ
Η τέταρτη αφήγηση, της Νόνας δηλ. της γιαγιάς, όπως την αποκαλούσαν ο Βάιος και η Άννα, όταν ήταν μικρά, αν και ήταν νεότατη, εξιστορεί από τη δική της οπτική γωνία, τα γεγονότα που έζησε ως εργαζόμενη μέσα στο σπίτι των αφεντικών της, του Αντών-εφέντη και μετά του Νικολή-εφέντη. Καλή, συμπονετική, υπάκουη στα αφεντικά της υπηρετεί με ζήλο τα μέλη της οικογένειας που τη δέχτηκαν στους κόλπους της νέο κορίτσι, μετά τα προσωπικά δράματα που πέρασε, όταν ήλθε από τα βάθη της Καισάρειας στη Σμύρνη για να δουλέψει, και ταυτίζει τη μοίρα της με τη δική τους. Εργατική, τίμια, έξυπνη, εχέμυθη γίνεται το δεξί χέρι της κυράς της και χαίρεται με τη χαρά τους και πικραίνεται με τη λύπη τους. Η νόνα εκφράζει τον τύπο της λαϊκής γυναίκας, που οι κουβέντες και οι πράξεις της κρύβουν λαϊκή σοφία. Μονολογεί για το Βάιο «τα έχει όλα και το ζυμάρι δεν λέει να φουσκώσει»
Αξίζει να σημειωθεί ο ρόλος των γυναικών στις σημαντικές αποφάσεις που έπαιρνε η οικογένεια. Ποτέ μη επιβάλλοντας φωναχτά τις απόψεις τους στους άντρες -εξαίρεση αποτελεί μόνο η ηλικιωμένη μάνα του Αντών-εφέντη- πότε με το καλό, πότε καταστρώνοντας σχέδια στα κρυφά, καταφέρνουν να εκτονώνουν δύσκολες καταστάσεις και να γίνεται το δικό τους, όπως επιβάλλει το συμφέρον της οικογένειας. Ο συγγραφέας Ν.Θέμελης σκιαγραφεί ολοζώντανα τους χαρακτήρες του και δείχνει βαθύς γνώστης της γυναικείας ψυχολογίας.
Δέθηκε πολύ με το Νικολή-εφέντη αναγνωρίζοντας τα δίκαια του, τον αγώνα του σ’ όλα τα επίπεδα, την προσωπικότητα του. Μονολογεί, όταν πρόσφυγας πια φτάνει στην Αθήνα, κι ενθυμούμενη την απουσία του μέσα στο σπίτι τους στη Σμύρνη, μετά το θάνατο του, «τίποτις δεν μας έλειψε όλα εκείνα τα χρόνια κι ο Κώστας τέλειωσε την Eμπορική Σχολή. Τίποτις και το όνομα μας κρατήθηκε ψηλά…τίποτις δεν μας έλειψε. Μόνο άκουγα ασταμάτητα τις μπότες του στην αυλή, τα βήματα του στην ξύλινη σκάλα, το βήχα του απ’ το τσιγάρο, τ’ άξαφνο γέλιο του ν’ αντιλαλεί…κι έλεγα πως μας είχε λείψει ο κόσμος όλος!»

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ
Η πέμπτη αφήγηση του δάσκαλου, με καταγωγή απ’ την Κωνσταντινούπολη, που σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και δίδασκε στην Ελληνογαλλική Σχολή της Σμύρνης έχοντας ως μαθητές τα τρία παιδιά του Νικολή-εφέντη και της Άννας, φωτίζει την κοινωνική δράση του Νικολή, τη διάσταση του ζευγαριού και την αξία της παιδείας, όπως τη βίωνε τότε η ανερχόμενη αστική τάξη. Εκπρόσωπος των μεσαίων στρωμάτων, είχε μια ευτυχισμένη προσωπική και οικογενειακή ζωή αλλά στα γεράματα του κατέληξε κι αυτός πρόσφυγας στην Αθήνα, φοβούμενος τις τυχόν διώξεις των Ελλήνων στην Πόλη, μετά την έξαρση του τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος ακολούθησε την Μικρασιατική καταστροφή του 1922.
Ο δάσκαλος μαζί με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρακάτω «αφήγηση του άγγελου» εκπροσωπούν τον ελληνισμό της Πόλης, τον καθημερινό τρόπο ζωής τους, τις σχέσεις τους με το Φανάρι, τις σπουδές τους στις σχολές που επέβλεπε το Πατριαρχείο, τη κοινωνική διαστρωμάτωση τους, και τέλος την προσφυγιά τους από τις τουρκικές διώξεις εναντίον τους.

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ
Η έκτη αφήγηση του άγγελου αποτελεί και τον επίλογο του μυθιστορήματος. Ο άγγελος είναι μια αινιγματική φυσιογνωμία.
Απ’ τη μια είναι ο νεαρός δικηγόρος, ο Κώστας, που μαζί με την πατρική του οικογένεια έφτασε πρόσφυγας στην Αθήνα, απ’ την Πόλη. Από οικογένεια ευκατάστατη με παππού τον τρομερό κι αλλόκοτο Κωνσταντή-εφέντη, αδελφό του Αντών-εφέντη, που πλούτισε επενδύοντας στα μεταφορικά μέσα της εποχής, σε καρότσες, αραμπάδες, άμαξες λαντώ και μεγάλες ταλίκες για εμπορεύματα κι οργανώνοντας καραβάνια. Έλεγε και καμάρωνε «χωρίς να είναι έμπορος, εμπόριο χωρίς αυτόν δεν γινόταν». Ο πατέρας του -γιος του Κωνσταντή- ήταν ιερέας, που μεγάλωσε στο οικοτροφείο του Πατριαρχείου και σπούδασε στη Θεολογική σχολή της Χάλκης. Η νονά του ήταν από την πιο εύπορη τάξη της Πόλης, ευπρόσδεκτη τόσο στο Φανάρι, όσο και στην Υψηλή Πύλη αλλά και στους Γερμανούς διπλωμάτες, εμπόρους και στρατιωτικούς που κάθε τόσο κατέφταναν στην Πόλη. Μάλιστα φοβούμενη τις διώξεις των Τούρκων κατέφυγε στη Βιέννη, κι όχι στην Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύει τις καλές σχέσεις ενός τμήματος των Ελλήνων της Πόλης με τους Γερμανούς.
Μέσα σ’ αυτά περίπου τα πλαίσια κινούνταν οι Έλληνες της Πόλης ως τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, που τότε έφυγαν από κει, ως πρόσφυγες, απ’ το φόβο των διώξεων, που ξεσπούσαν κάθε τόσο. Η ευρύτερη περιοχή των Αθηνών, είναι ένας σημαντικός τόπος υποδοχής κι εγκατάστασης των προσφύγων, που καταφτάνουν απ’ την Μικρά Ασία και την Πόλη κι εκεί συναντιόνται, άλλοι αγνοώντας τυχόν συγγένειες μεταξύ τους, κι άλλοι μαθαίνοντας τες, όπως έγινε στην περίπτωση του Κώστα, γιου του Νικολή-εφέντη, και της γυναίκας του, που ήταν δεύτερα ξαδέλφια από τους παππούδες τους, Αντών-εφέντη και Κωνσταντή-εφέντη. Με την αποκάλυψη αυτή έδεσε ο μύθος και τα πρόσωπα αλλά συμβολικά υπονοεί ότι όλοι οι Έλληνες είμαστε αδέλφια μεταξύ μας, ανεξάρτητα από πού προερχόμαστε.
Ο νεαρός δικηγόρος, ο Κώστας, όμως είναι μια αινιγματική μορφή, όπως ειπώθηκε παραπάνω, αφού τον αποκαλούν από μικρόν άγγελο για τα πανέμορφα γαλάζια μάτια του, που θυμίζουν αγιογραφίες. Επίσης ο Κώστας υποφέρει από ξαφνικούς κι ανυπόφορους πονοκεφάλους και φαντάζεται αγίους να τον προστατεύουν από διάφορους κινδύνους και να τον θεραπεύουν απ’ τους πονοκεφάλους του. Ακόμα ενήλικας πια αισθάνεται να μη ταυτίζεται ούτε με το αντρικό ούτε με το γυναικείο φύλο, και κάποτε βυθισμένος σ’ ένα τέτοιο πονοκέφαλο πέφτει πάνω σ’ ένα λεωφορείο …και χάνεται απ’ τον κόσμο τούτο τυλιγμένος σ’ ένα εκθαμβωτικό φως, αναζητώντας κι αυτός με τα δυο διάπλατα κι αχανή μάτια του. Τι αναζητώντας;
Ο συγγραφέας με τον παράξενο αυτόν επίλογο, κατά τη γνώμη μου, θέλει να εκφράσει ότι η αναζήτηση του ανθρώπου δεν περιορίζεται μόνο στις προσωπικές κι εθνικές αναζητήσεις του καθενός μας, αλλά πίσω απ’ όλες αυτές υπάρχει πάντα η μεγάλη κι ανεξιχνίαστη αναζήτηση, του ίδιου του νοήματος της ανθρώπινης ζωής. Κι απάντηση σ’ αυτή την αναζήτηση δεν υπάρχει! Μόλις ο άνθρωπος προσπαθεί να εξιχνιάσει το μυστήριο αυτό, θαμπώνεται από το δυνατό φως που αντικρίζει, και το πολύ να διακρίνει κουκίδες μόνο ή φάσματα χρωμάτων. Κι οι πονοκέφαλοι είναι η ζάλη που κυριεύει, όσους ανθρώπους, ανεξάρτητα φύλου, προσπαθήσουν να δουν πέραν απ’ το κενό του θανάτου. Κι οι άνθρωποι αυτοί είναι λίγοι, και παρομοιάζονται με αγγέλους, που έχουν μάτια διάπλατα ανοιχτά και μετεωρούνται ανάμεσα στο γήινο, τούτο κόσμο και σ’ έναν άλλο κόσμο, θεϊκό, υπερφυσικό, σαν τον άγγελο της αφήγησης μας. «Αναζητώντας» είναι η τελευταία λέξη με την οποία ο συγγραφέας κλείνει το μυθιστόρημα του αφήνοντας ασαφές το αντικείμενο της αναζήτησης, διότι η αναζήτηση αυτή… δεν έχει τέλος!

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ
Με τη σπονδυλωτή δομή του μυθιστορήματος ο συγγραφέας προσπάθησε να συνδυάσει τις διαφορετικές οπτικές γωνίες με τις οποίες παρουσιάζονται πολλά γεγονότα για να είναι αντικειμενικός, περιορίζοντας την μία υποκειμενική ματιά. Πέρα απ’ την Ιστορία, προσπαθεί να κατανοήσει τον άνθρωπο και τη συμπεριφορά του. Γι αυτό παρουσιάζει από πολλές διαφορετικές οπτικές τη συμπεριφορά των βασικών ηρώων του. Οι έξι αφηγήσεις του, ενώ έχουν περιορισμένη οπτική γωνία (εσωτερική εστίαση σε πρώτο ενικό πρόσωπο), όλες μαζί συνθέτουν την οπτική γωνία ενός παντογνώστη αφηγητή.
Κατά την προσωπική μου γνώμη η «αφήγηση του Βάιου», η «αφήγηση της Νόνας και «η αφήγηση του Δάσκαλου» προκαλούν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ο τρόπος γραφής τους καθηλώνει τον αναγνώστη με την πλοκή του μύθου και τα εκφραστικά μέσα, κι η γραφή αυτή του Ν, Θέμελη θα επαναληφτεί στο δεύτερο μυθιστόρημα του, την «Ανατροπή». Με το έργο αυτό ο Θέμελης ήρθε να ταράξει τα νερά του ιστορικού μυθιστορήματος οδηγώντας το στην ανανέωση, χωρίς να παραβλέπουμε και τη συνεισφορά κι άλλων σύγχρονων φωνών στον ίδιο χώρο.

4 σχόλια:

  1. Έστω και καθυστερημένα, σας ευχαρυστώ για τα καλά σας λόγια και σας εύχομαι Καλή Χρονιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ομορφη αναλυση την οποια θα χρησιμοποιησουμε στη συζητηση του βιβλιου στη ΛΕΣΧΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΑΜΑΛΙΑΔΑΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. χαίρομαι που επιλέγετε την ανάγνωση μου στη συζήτηση της Λέσχης σας και αισθάνομαι ιδιαίτερα συγκινημένη καθώς στην πόλη σας υπηρέτησα ως πρωτοδιόριστη καθηγήτρια στο Γυμνάσιο Θηλέων το 1979-1980!

    ΑπάντησηΔιαγραφή