Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Λέων Τολστόη "Πόλεμος και Ειρήνη",εκδ.εφημ.Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία


         Ο Πόλεμος κι Ειρήνη του Λέοντος Τολστόη  είναι ένα μυθιστόρημα με πολλές αναγνώσεις. Πρώτα περιστρέφεται γύρω από το διαχρονικό και καθολικό θέμα των δεινών του πολέμου και των αγαθών που συνοδεύουν την ειρήνη. Έπειτα είναι ένα εθνικό ιστορικό μυθιστόρημα, αφού περιγράφει το ρώσικο τρόπο ζωής κατά τον 19ο αιώνα και την εθνική αντίσταση των Ρώσων κατά του κατακτητή Ναπολέοντα. Πίσω απ’ όλα αυτά όμως ο αναγνώστης δεν μπορεί να μην προβληματιστεί  και για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον αντίκτυπο που προκάλεσε η Γαλλική Επανάσταση στα απολυταρχικά καθεστώτα της Ευρώπης. Ποιος τον είδε και δεν τον φοβήθηκε τον Ναπολέοντα, που με όπλο του τις νέες επαναστατικές ιδέες και το στρατό του ξεχύθηκε κατά των γερασμένων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών! Και ίσως τις νικούσε οριστικά, αν δεν ήταν η  Αγγλία που αντί να επιτεθεί με το στρατό της στον Ναπολέοντα προτίμησε να χρησιμοποιήσει τη διπλωματία της δημιουργώντας συνασπισμούς κρατών εναντίον του κι αποκλείοντας μόνο με τα καράβια της τα γαλλικά λιμάνια. Αυτή την πολιτική επέλεξε η ανταγωνίστρια Αγγλία, η μόνη που μπορούσε τότε να συναγωνιστεί τη Γαλλία, ως η άλλη μεγάλη ανερχόμενη αστική δύναμη της εποχής εκείνης.
               Τον Τολστόη τον απασχόλησε πολύ το θέμα της Ιστορίας των λαών. Και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι[1], που συντάραξαν την Ευρώπη και τη Ρωσία με την κατάληψη της Μόσχας, στις αρχές του 19ου αιώνα, είναι ένα κατεξοχήν ιστορικό θέμα. Η ένταση τους σημάδεψε τόσο την ψυχή της γενιάς που τους έζησε, ώστε  τους διηγούνταν στα παιδιά κι εγγόνια τους. Αυτό το πνεύμα μεταφέρει ο Τολστόη με το έργο του Πόλεμος κι Ειρήνη, ο οποίος γράφει το μυθιστόρημα αυτό, 50 χρόνια μετά το τέλος των Ναπολεοντείων πολέμων.


                 Ο Τολστόη σε πρώτο επίπεδο περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα και είναι τόσα πολλά. Μπροστά στα μάτια του αναγνώστη ζωντανεύει τους πολέμους που διεξήγαγε ο Ναπολέων ως αυτοκράτορας κατά της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (1805-1813) χωρίς να παραλείπει κι αναφορές στους προηγούμενους πολέμους του, ως στρατηγός της Γαλλικής Επανάστασης κι ως  ύπατος, αλλά και στην μετέπειτα παρακμή του (εξορίες, μάχη Βατερλό).Το μυθιστόρημα ξεκινά την αφήγηση του το 1805, όταν ο Ναπολέων εκστρατεύει κατά του Γ! συνασπισμού κρατών, που δημιουργήθηκε εναντίον του (Αυστρία, Ρωσία, Αγγλία, Πρωσσία, Σουηδία). Η νίκη του στη μάχη του Αούστερλιτς και στη συνέχεια η κατάληψη της Βιέννης, τον καθιστούν κυρίαρχο της κραταιάς Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, που την κυβερνούσε η δυναστεία των Αψβούργων! Ακολουθούν η εγκατάσταση του Ναπολέοντα στα μεγαλοπρεπή ανάκτορα του Σέμπρουν και ο γάμος του με την κόρη του αυτοκράτορα Μαρία –Λουίζα –ενώ παράλληλα συνυπήρχε ο γάμος του με την Ιωσηφίνα στο Παρίσι[2]-. Τον επόμενο χρόνο, 1806, η εκστρατεία στην Πρωσία με τη μάχη της Ιένας, η κατάληψη του Βερολίνου, όπου ο ίδιος ο αυτοκράτωρ Φρειδερίκος-Γουλιέλμος ρωτούσε τον Ναπολέοντα, αν έμεινε ευχαριστημένος από τη διαμονή του στο παλάτι του! 
Και να σκεφτεί κανείς ότι στις εκστρατείες αυτές ο Ναπολέων αντιμετώπιζε συνασπισμούς με τα ισχυρότερα ευρωπαϊκά κράτη κάθε φορά. Στον τρίτο συνασπισμό συμμετείχαν: Η μεγαλύτερη ανταγωνίστρια του η Αγγλία, η οποία παρακινούσε στους πολέμους αυτούς χωρίς η ίδια να συμμετάσχει σ’ αυτούς με το στρατό της αλλά  προσφέροντας άφθονο χρήμα στους συμμάχους της για στρατιωτικό εξοπλισμό. Επίσης η Πρωσία η μεγάλη ανερχόμενη στρατιωτική δύναμη της εποχής, που είχε αναγάγει την πολεμική τέχνη σε επιστήμη, με τους λεγόμενους θεωρητικούς του πολέμου, όπως τον γνωστό Κλάουζεβιτς. Ακόμα η Τσαρική Ρωσική αυτοκρατορία, και η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία που με τις κτήσεις τους καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής κι ανατολικής Ευρώπης, και τέλος η Σουηδία, η ανερχόμενη δύναμη στην Σκανδιναβική χερσόνησο και στη Βαλτική θάλασσα. Πέντε διαφορετικούς συνασπισμούς κρατών αντιμετώπισε ο Ναπολέων, τους οποίους νικούσε συνεχώς επί 15 χρόνια, αλλά τελικά ηττήθηκε από τον έκτο συνασπισμό, όπου αποτέλεσε και την αρχή τους τέλους του.
          Ο Ναπολέων λοιπόν μετά τη νίκη του επί της Αυστροουγγαρίας και της Πρωσίας έχει φτάσει στον κολοφώνα της δόξας του με μόνο αξιόλογο αντίπαλο στην ηπειρωτική Ευρώπη τον Τσάρο της Ρωσίας[3] κι αποφασίζει να συνάψει Συνθήκη Ειρήνης μαζί του και γιατί όχι να μοιραστούν τις ευρωπαϊκές περιοχές που δεν ελέγχουν ακόμα, αλλά έχουν βλέψεις γι αυτές. Ο Τολστόη περιγράφει με λεπτομέρειες τη συνάντηση των δυο Αυτοκρατόρων Ναπολέοντα και Αλέξανδρου Β! (Β534,537-8) στην Πρωσική  πολίχνη Τίλσιτ, δίπλα στη Βαλτική θάλασσα, εκεί που καταλήγουν οι εκβολές του ποταμού Νιέμεν, ο οποίος αποτελεί το φυσικό σύνορο της Ρωσίας προς την Πρωσία, πέραν του οποίου ο Ναπολέων δεν είχε τολμήσει να εισχωρήσει ακόμα. Οι δυο ηγέτες στις 13 Ιουνίου 1807 συναντώνται πάνω σε μια πλωτή σχεδία επί του ποταμού Νιέμεν -για να βρίσκονται σε ουδέτερο έδαφος- συνομιλούν ιδιαιτέρως επί δυο ώρες μέσα στο περίπτερο που είχε κατασκευαστεί ειδικά γι αυτούς πάνω στη σχεδία, αποκαλούν αδελφό και φίλο ο ένας τον άλλον και η ειρήνη ξαναγυρίζει στις περιοχές αυτές. Πέντε χρόνια αργότερα όμως το 1812, ο Τσάρος δια ασήμαντον αφορμή (ένα διπλωματικό επεισόδιο σε πρεσβεία του στο εξωτερικό) και για πολλές ανομολόγητες αιτίες (Γ813-817), που είχαν σχέση με την ισορροπία των ευρωπαϊκών Δυνάμεων και τη μοιρασιά της Πολωνίας και τη Βαλκανικής, έρχεται σε σύγκρουση με τον Ναπολέοντα.
          Η συνθήκη του Τίλσιτ καταπατάται, ο Ναπολέων διαβαίνει τον ποταμό Νιέμεν και τον Ιούνιο του 1812 εισβάλλει στη Ρωσία. Με 400.000 χιλιάδες άντρες (140.000 Γάλλοι στρατιώτες και οι υπόλοιποι από 12 άλλες ευρωπαϊκές εθνότητες) πορεύεται μέσα από τις αχανείς εκτάσεις της ρωσικής στέπας προς τη Μόσχα. Πορεύεται μέσα από τις πόλεις Βίλνα, Σμολένσκ την ίδια στιγμή που ο ρωσικός στρατός υποχωρεί και οι κάτοικοι των ρωσικών επαρχιών εγκαταλείπουν τα σπίτια τους έντρομοι στο άκουσμα της διέλευσης των Γάλλων εισβολέων, πολλοί από τους οποίους καταστρέφουν τη σοδειά τους για να μην έχουν να ανεφοδιαστούν οι Γάλλοι. Στη συνέχεια περιγράφονται οι λίγες μάχες που δόθηκαν μεταξύ των δυο στρατιών (μάχες  Σμολένσκ, Σεβαντινό και Μπαραντινό) κι εκφέρονται οι απόψεις των ιστορικών και του ίδιου του Τολστόη για την αναγκαιότητα ή όχι και τη σημασία των μαχών αυτών για την κατάληψη της Μόσχας.
Ακολουθεί το πιο δραματικό μέρος της εκστρατείας, η αναγκαστική εγκατάλειψη της Μόσχας από τους κατοίκους της –κατόπιν διαταγής αρχιστρατήγου Κουτούζοφ- η κατάληψη της από τους Γάλλους, η λεηλάτηση του πλούτου της από το στρατό κατοχής, η πυρπόληση της που ξεκίνησε από τα ξύλινα σπίτια της, η αδυναμία κι απελπισία του Ναπολέοντα να επιβληθεί σε μια άδεια πόλη και σ’ έναν απόντα στρατό κι εχθρό που στοίχειωνε τις νύχτες του και τελικά η αποχώρηση του από τη Μόσχα στις αρχές Οκτωβρίου, δηλαδή ένα μήνα περίπου μετά την κατάληψη της. Στη συνέχεια περιγράφεται η περίφημη «πλάγια πορεία» που εφάρμοσε ο Κουτούζοφ για να αποφύγει τον Ναπολέοντα, όταν έφευγε από τη Μόσχα, τον ερχομό του ρωσικού χειμώνα που πρόλαβε τη στρατιά του Ναπολέοντα κατά την επιστροφή του πίσω στην Πρωσία και την αποτελείωσε από την πείνα και το κρύο! Κατά τον Τολστόη η ρωσική αντίσταση στέρησε από τον Ναπολέοντα το ηθικό έρεισμα να κατακτά τους λαούς, εν ονόματι της απελευθέρωσης τους από κάθε είδους σκλαβιά. Επίσης η εκστρατεία στη Ρωσία αποτέλεσε την αρχή του τέλους για τον ανίκητο επί 15 χρόνια Ναπολέοντα, που με το στρατό του αλώνιζε την Ευρώπη κατακτώντας τους λαούς και διαδίδοντας συγχρόνως τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης για την απελευθέρωση τους!
       Στον επίλογο του έργου γίνεται απλή νύξη της μετέπειτα τύχης του Ναπολέοντα. Το θέμα του συγγραφέα δεν ήταν η ζωή του Ναπολέοντα, γι αυτό προσπερνάει βιαστικά την εξορία του στη νήσο Έλβα -μετά την κατάληψη του Παρισιού από τους Ρώσους- την παλινόρθωση στη Γαλλία της δυναστείας των Βουρβώνων, την ξαφνική απόφαση του Ναπολέοντα να επιστρέψει κρυφά στη Γαλλία, όπου έγινε δεκτός από τα πλήθη και το στρατό, και τη μάχη στο Βατερλό(1815) που σήμανε το οριστικό τέλος της δράσης του και την εξορία του στη μακρινή νήσο Αγία Ελένη του Ατλαντικού Ωκεανού, όπου κι απέθανε το 1821. Αντίθετα ο Αλέξανδρος Α! βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του με τη νίκη του επί του εισβολέα Ναπολέοντος και τον επόμενο χρόνο με την κατάληψη του Παρισιού από τους Ρώσους, και μετά το Βατερλό, με την ίδρυση της Ιεράς Συμμαχίας το 1815 με την οποία οι Σύμμαχοι(Ρωσία, Αγγλία, Πρωσία, Αυστρία,) σκοπό έχουν να καταπνίξουν κάθε φιλελεύθερη κίνηση στην Ευρώπη.
  
Ο συγγραφέας με τη δύναμη της λογοτεχνικής του πένας μάς μεταδίδει όλη τη συγκίνηση του βιώματος των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα την εποχή εκείνη: Μας μεταδίδει όλη την γκάμα των συναισθημάτων των στρατιωτών κατά τη διάρκεια του πολέμου (ενθουσιασμός νίκης, φόβος θανάτου, αστεία για ψυχική εκτόνωση, φιλοπατριωτικά αλλά και αντιπολεμικά αισθήματα …). Ακόμα τις εικόνες των έντρομων κατοίκων των ρωσικών επαρχιών, που εγκαταλείπουν βιαστικά τα σπίτια τους γιατί από τις περιοχές τους θα περνούσαν οι Γάλλοι εισβολείς, ή τον πόνο των Μοσχοβιτών που αντικρίζουν από μακριά τις φλόγες που ζώνουν την αγαπημένη τους πόλη, που πριν λίγο είχαν εγκαταλείψει αναγκαστικά, ή τις εικόνες  των Γάλλων στρατιωτών που μετά την αποχώρηση τους απ’ τη Μόσχα σέρνονται σ’ εκείνη την ατελείωτη μακρινή πορεία επιστροφής   ανυπόδητοι κι απελπισμένοι μέσα στα χιόνια. Εικόνες πάρα πολλές από έναν πόλεμο που ματώνει τις καρδιές όσων τον έζησαν αλλά και των αναγνωστών που μαγεύονται από τη δύναμη της λογοτεχνικής πένας του Τολστόη. Αυτή είναι εξάλλου και η δύναμη της λογοτεχνίας να προσθέτει τη συγκίνηση του βιώματος στην ψυχρή ορθολογιστική αλλά κι αντικειμενική ματιά της επιστήμης της Ιστοριογραφίας, ώστε κι οι δυο μαζί να αλληλοσυμπληρώνουν την εικόνα για τις εποχές που έφυγαν αλλά που θέλουμε να τις διατηρούμε ζωντανές στη μνήμη μας!
Κι οι εικόνες που πλάθει ο Τολστόη είναι όχι μόνο οπτικές αλλά κι ακουστικές και κινητικές, οι οποίες συχνά ενσωματώνονται μέσα σε μεγάλες συνθετικές παρομοιώσεις, που καλύπτουν μια, δυο σελίδες! Για παράδειγμα παρομοιάζει τη συντονισμένη κίνηση της συμμαχικής στρατιάς Αυστριακών- Ρώσων, όταν ξεκινά η μάχη του Αούστερλιτς σαν μια πολεμική μηχανή που εκτελεί το ίδιο συντονισμένες κινήσεις όπως ο μηχανισμός ενός καλοκουρδισμένου ρολογιού. Και βρίσκει τόσες ομοιότητες μεταξύ τους, όπως ότι όλα ξεκινούν από ένα κεντρικό μηχανισμό, που στέλνει εντολές-διαταγές στα επιμέρους στοιχεία του μηχανισμού, κι έτσι προωθείται κι απλώνεται η κίνηση σιγά-σιγά σ’ όλα τα μέρη της στρατιάς και του ρολογιού, και κινούνται όλα με ένα ρυθμό αν και είναι περίπλοκα συνδεδεμένα μεταξύ τους, και τελικά όλα τα επιμέρους συντονίζονται για το τελικό αποτέλεσμα (Β,339).Εξίσου εντυπωσιακές είναι οι παρομοιώσεις του στρατιώτη, εν πορεία και μέσα στη μάχη, που βρίσκεται κυκλωμένος από το σύνταγμα του και δεν μπορεί να ξεφύγει  με το ναυτικό που βρίσκεται μέσα στο καράβι του και δεν μπορεί να ξεφύγει καθώς ταξιδεύει στην ανοιχτή θάλασσα (Α355) ή η παρομοίωση της εγκαταλελειμμένης από τους κατοίκους της Μόσχας με μια άδεια κυψέλη, που κι οι δυο είναι χωρίς ζωή που σφύζει και δίνει νόημα κι ομορφιά παντού(Δ1154)

Ο Τολστόη δεν φωτίζει μόνο τα ιστορικά γεγονότα αλλά και τα ιστορικά πρόσωπα, που φαίνονται ότι κινούν τα γεγονότα. Από τα πρόσωπα αυτά προβάλλει πιο πολύ τις προσωπικότητες του Ναπολέοντα, του τσάρου Αλέξανδρου Α! και του στρατηγού Κουτούζοφ.
         Ο Μέγας Ναπολέων ή Μπουοναπάρτε (Βοναπάρτης), όπως τον αποκαλούσαν με το οικογενειακό του επίθετο, όσοι τον ζηλοφθονούσαν που από απλός λοχαγός του γαλλικού στρατού εξελίχθηκε σε Αυτοκράτορα της Γαλλίας, που είχε υποτάξει το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, είναι ένα πρόσωπο που ακόμα και σήμερα προκαλεί το ενδιαφέρον των ιστοριογράφων αλλά και του απλού κόσμου. Ήταν πράγματι μια μεγαλοφυία στρατιωτική; Κι ως άνθρωπος ποιος ήταν; Ο συγγραφέας Τολστόη  αναφέρεται πολύ στην πολεμική δράση του Ναπολέοντα, σταχυολογεί παροιμιώδεις φράσεις του[4] που έμειναν στην Ιστορία, τονίζει την αποφασιστικότητα του, αναγνωρίζει τη λατρεία που είχαν ο γαλλικός στρατός στο πρόσωπο του, το ενδιαφέρον του στρατηγού για τη διατροφή και τη σωματική και ψυχική ευεξία των στρατιωτών του, τον τρόπο που ήξερε να τους εμπνέει και να τους ενθουσιάζει με λόγια, σαν αυτά που τους απηύθυνε μετά τη νίκη τους στη μάχη των Πυραμίδων στην Αίγυπτο «από το ύψος των Πυραμίδων σας παρακολουθούν 40 αιώνες (Ιστορία)».      Προσπερνάει όμως σύντομα την πολιτική ιδεολογία του Ναπολέοντα και το «όραμα» του για μια ελεύθερη κι ενωμένη Ευρώπη, για μια κοινή πατρίδα όλων των λαών της, που θα ήταν ενωμένη όμως στην αρχή κάτω από το σκήπτρο του, κι αργότερα κάτω από τη συνταγματική μοναρχία του γιου του, που πρόσφατα είχε αποκτήσει από τη Μαρία- Λουίζα. Εμμένει συχνά στη γελοιογραφική απεικόνιση του παρουσιαστικού του, και δεν προβάλλει αρκετά το νομοθετικό (Ναπολεόντειο κώδικα) και διοικητικό[5] έργο του στη Γαλλία, που ήταν επηρεασμένο από το πνεύμα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Γενικά ο Τολστόη δεν πιστεύει στις μεγαλοφυίες (Γ843), πόσο μάλλον του Ναπολέοντα και ειρωνεύεται το χαρακτηρισμό «Μέγας» που του αποδόθηκε από τον κόσμο (Ε1417). Πιστεύει ότι πίσω από τη θέληση του ηγέτη κρύβεται η θέληση του λαού, οι οποίοι μεταβιβάζουν τη θέληση τους στον "Έναν", όταν του δίνουν την εξουσία. Ειπώθηκε ότι με τον Ναπολέοντα συνέβη το εξής παράδοξο: «ενώ οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και η γενική διάθεση (δηλαδή η βούληση λαού) δημιούργησαν την εξουσία του Ναπολέοντα (στη συνέχεια) η εξουσία του Ναπολέοντα κατάπνιξε τις ιδέες της Επανάστασης και τη γενική διάθεση»(Ε1572). Αυτή είναι μια άποψη με την οποία εγώ προσωπικά[6] συμφωνώ εν μέρει και στην οποία απαντά κι ο Τολστόη έμμεσα, όταν ερμηνεύει φιλοσοφικά τον τρόπο μεταβίβασης της εξουσίας από το λαό στον ηγέτη. Αναφέρει λοιπόν ότι η θέληση του λαού δεν εκφράζεται πάντοτε ελεύθερα, αφού ο λαός βρίσκεται κάτω από συγκεκριμένους περιορισμούς κάθε φορά που του επιβάλλονται από τους νόμους-αναγκαιότητες που διέπουν την ίδια τη ζωή και οι οποίοι επηρεάζουν τελικά την πολιτική του συμπεριφορά.

     Το άλλο σημαντικό ιστορικό πρόσωπο είναι ο Τσάρος Αλέξανδρος Α! (1777-1825). Πρώτα απ’ όλα προκαλούν εντύπωση στον αναγνώστη οι εκδηλώσεις λατρείας των υπηκόων του προς το πρόσωπο του νεαρού Τσάρου, τον οποίο αξιωματικοί του στρατού λατρεύουν σαν Θεό και για χάρη του οποίου θα θυσίαζαν ακόμα και τη ζωή τους, ενώ ο πολύς κόσμος τον αποκαλεί «πατερούλη»! Στη θέληση του υποτάσσονται όλοι, ακόμα κι οι ανώτατοι αξιωματούχοι, οι δε τυχόν αντιρρήσεις τους διατυπώνονται με τέτοιο πλάγιο τρόπο, ως κάποιες ίσως ιδέες, για τις οποίες μόνο ο Τσάρος μπορεί να αποφασίσει. Ήταν το καθεστώς της απολυταρχίας που εξέθρεψε τέτοιους υπηκόους; Ήταν η τεράστια αίγλη με την οποία περιέβαλε το θεσμό του Τσάρου, η γιαγιά του η Αικατερίνη η Μεγάλη, μόλις λίγα χρόνια προηγουμένως; Ήταν το νεαρό της ηλικίας του κι ο μειλίχιος, ευγενικός και τρυφερός χαρακτήρας του που συγκινούσε τα πλήθη; Η αλήθεια είναι ότι τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, γύρω στα 1809 προσπάθησε να κάνει κάποιες  φιλελεύθερες  μεταρρυθμίσεις και να ψηφιστεί και Σύνταγμα που θα αναδιάρθρωνε τη δομή του κράτους (Β556-8, Β610-4). Επιλέγει ως πρωθυπουργό, τον Σπεράνσκι, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο και τον άξεστο Αρακτσέγιεβ για τα στρατιωτικά, οι οποίοι αντικατέστησαν τέσσερις άλλους συνεργάτες του πιο προοδευτικούς, με αποτέλεσμα να μη προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις. Λίγα χρόνια αργότερα όμως ο τσάρος Αλέξανδρος[7]Α! παραδίδεται σιγά-σιγά στο μυστικισμό, και η ακυβερνησία έρχεται στη χώρα μέχρι που τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Νικόλαος Α!(Ε1552).

Ο γέρο στρατηγός Κουτούζοφ, ο δυσκίνητος απ’ το πάχος και την ηλικία του, που είχε χάσει την όραση του από το ένα του μάτι στον πόλεμο, αντιλαμβανόταν εύκολα, εξαιτίας της μεγάλης πολεμικής του πείρας ή από ένστικτο, τις συνθήκες που επικρατούσαν κάθε φορά πριν από μια μάχη, γεγονός που τον έφερνε συχνά σε αντίθεση με τον κύκλο των  Γερμανών και γερμανοσπουδαγμένων στρατιωτικών του Τσάρου. Ο Τσάρος αναγκάστηκε να διορίσει αρχιστράτηγο το γερο Κουτούζοφ για να αντιμετωπίσει τον Ναπολέοντα, όταν εισέβαλε στη Ρωσία, επειδή ήταν Ρώσος, τον ήθελε ο ρωσικός στρατός και στο πρόσωπο του εκφραζόταν η εθνική αντίσταση του ρωσικού λαού. Ο εμπειροπόλεμος Κουτούζοφ -που μόλις είχε τελειώσει νικηφόρα τον ρωσοτουρκικό πόλεμο στον οποίον ηγείτο- χωρίς να έχει εκπονήσει κανένα σπουδαίο στρατηγικό σχέδιο αντιλαμβανόταν πως δεν συνέφερε το ρωσικό στρατό να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τη στρατιά του Ναπολέοντα γιατί θα είχε μεγάλη απώλεια δυνάμεων. Έτσι επέλεξε να υποχωρεί διαρκώς στα εσώτερα της Ρωσίας, εγκαταλείποντας ακόμα και την υπεράσπιση της ίδιας της Μόσχας και διατάσσοντας την εκκένωση της από τους κατοίκους της, προς έκπληξη πολλών ακόμα και του Τσάρου! Με έναν στρατό-φάντασμα που κυνηγούσε ο Ναπολέων και με μια άδεια Μόσχα, που ενώ κατέλαβε δεν μπορούσε να της επιβληθεί λόγω της απουσίας των κατοίκων της, η νίκη του Ναπολέοντα ήταν μια Πύρρειος νίκη.  Η εξάντληση του γαλλικού στρατού, σωματική και ψυχική, που περίμενε ο γερο-Κουτούζοφ άρχισε να αποδίδει. Στη συνέχεια η πολυσυζητημένη «πλάγια πορεία» που ακολούθησε επιστρέφοντας στη Μόσχα βοήθησε το ρωσικό στρατό να ανεφοδιαστεί απ’ τις πλούσιες περιοχές, απ’ τις οποίες διάβηκε, κι αποπροσανατόλισε το Γάλλο στρατηγό Μυρά που αναζητούσε τη θέση που είχε καταφύγει ο ρωσικός στρατός.  Ο Τσάρος επιστρέφει από την Πετρούπολη, όπου είχε καταφύγει όλο αυτό το διάστημα, που διήρκεσε η ρωσική εκστρατεία, και συγχαίρει το Κουτούζοφ για τον άθλο του, γεγονός που κάνει να έλθουν λίγο πιο κοντά ψυχικά οι δυο άντρες
           
       Τον Τολστόη δεν τον απασχόλησε μόνο η αφήγηση των ιστορικών γεγονότων που σημάδεψαν την πατρίδα του αλλά και η φιλοσοφία της Ιστορίας, δηλαδή ποια είναι εκείνη η κινητήριος δύναμη που ωθεί τους λαούς να πράξουν έτσι ή αλλιώς και πόσο ελεύθεροι είναι οι άνθρωποι να αποφασίζουν και να πράττουν με συγκεκριμένους τρόπους για να αλλάξουν τη ζωή τους. Ο Τολστόη, ευαίσθητος δέκτης της πνευματικής κίνησης της εποχής του[8]δηλαδή των αντιλήψεων του διαφωτισμού, πιστεύει ότι κινητήριος δύναμη της ιστορικής εξέλιξης δεν είναι τόσο η θέληση του ηγέτη (άποψη ρομαντισμού) αλλά η θέληση των λαών, οι οποίοι μεταβιβάζουν τη θέληση τους στον ηγέτη, όταν τον επιλέγουν να τους κυβερνήσει ή όταν απλά τον αποδέχονται. Υπάρχει περίπτωση όμως η θέληση(βούληση) του λαού να αλλοιώνεται, όταν ο ηγέτης αποκτά την εξουσία πραξικοπηματικά. Προχωρώντας στη σκέψη περισσότερο, ο Τολστόη διαπιστώνει ότι η ελευθερία της βούλησης ενός λαού περιορίζεται ακόμα από την αναγκαιότητα δηλαδή τους νόμους (βιολογικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς…) που διέπουν την ανθρώπινη ζωή. Έτσι οι λαοί νομίζουν ότι επιλέγουν ελεύθερα αλλά οι εναλλακτικές επιλογές που έχουν περιορίζονται κάτω από την αδήριτη ανάγκη που διέπει τη λειτουργία τόσο της κοινωνικής ζωής όσο και της προσωπικής ζωής. Όσο περισσότερο όμως οι άνθρωποι αποκτούν γνώση των νόμων αυτών που διέπουν τη ζωή τους τόσο περισσότερο ελεύθεροι γίνονται, διότι γνωρίζοντας το μηχανισμό αυτών των νομοτελειών, ξέρουν πώς να τον εξουδετερώσουν κι έτσι να  προστατευτούν. Την ελευθερία όμως, συνεχίζει ο Τολστόη, τη βιώνουμε περισσότερο ως συναίσθημα και πολύ λιγότερο ως λογική δηλαδή ως συνείδηση των ορίων της. Αυτή η συνείδηση των ορίων της ελευθερίας μας γεμίζει ευθύνη για τις τυχόν επιλογές μας, διότι μια λανθασμένη επιλογή μπορεί να αποβεί καταστρεπτική για τους εαυτούς μας. Και ο συγγραφέας καταλήγει ότι η Ιστορία είναι συνδυασμός της ελεύθερης κι ανελεύθερης δράσης των ανθρώπων. Η ανάγκη κινεί τον άνθρωπο να δράσει αλλά συγχρόνως ο άνθρωπος έχει και τη δυνατότητα να επιλέξει, ποιά δράση θα καλύψει την ανάγκη του. Η κάθε εποχή επιβάλλει στον άνθρωπο συγκεκριμένες διαφορετικές δράσεις (θεωρητικά μόνο οι επιλογές και οι δράσεις είναι άπειρες) ανάλογα το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας κι ο άνθρωπος που έχει γνώση της νομοτέλειας, που διέπει κάθε φορά τη ζωή, μπορεί να κάνει τις καλύτερες επιλογές, άρα να πράξει ελεύθερα κι υπεύθυνα..

       Ο συγγραφέας αναλογιζόμενος τα δεινά του πολέμου που σημάδεψαν την πατρίδα του και την Ευρώπη αναρωτιέται γιατί να μην μπορεί να επικρατήσει μια «Αιώνια Ειρήνη[9]», που θα δώσει τέλος στους πολέμους, ώστε να επικρατεί μια παγκόσμια και διηνεκής ειρήνη (Α17,33). Διαβλέπει όμως ότι η πολιτική ισορροπία και το διεθνές δίκαιο δεν είναι αρκετά για την εδραίωση της, αλλά ότι χρειάζεται κάτι περισσότερο[10], το οποίο όμως δεν επεξηγεί παρακάτω. Επίσης ο Τολστόη κατηγορεί τη διπροσωπία εκείνων, που ενώ έχουν δεχτεί ένα  «Δίκαιο Πολέμου», όπως προστασία αιχμαλώτων, άμάχων… προσπαθώντας να κάνουν λιγότερο βάρβαρο τον πόλεμο, στην πράξη το καταπατούν διαρκώς. Ο πόλεμος είναι η πιο βρώμικη υπόθεση που σκέφτηκε ο άνθρωπος, λέει ο ήρωας του Αντρέι Μπαλκόνσκη, κι όλα αυτά είναι φτιασίδια για να τον ομορφύνουμε τάχα!  Μαζί κατηγορεί τα ήθη της στρατιωτικής κοινωνίας, που χαρακτηρίζεται από αυστηρή πειθαρχία και κατά συνέπεια έλλειψη ελευθερίας κι από απανθρωπιά, όταν σκοτώνουν συνανθρώπους τους. Ακόμα κατηγορεί τα μέσα που χρησιμοποιούν, όταν πολεμούν, όπως κατασκοπεία, προδοσία, απάτες, διαφθορά, καταστροφές υλικές και καταλήγει ότι η τάξη των στρατιωτικών, που θεωρείται αξιοσέβαστη στην πραγματικότητα είναι μια τάξη αργόσχολων, που σε καιρό πολέμου σκοτώνει κι ακρωτηριάζει χιλιάδες ανθρώπους και μάλιστα παρασημοφορείται γι αυτό! Σ’ όλα αυτά τα λόγια του Μπαλκόνσκη (Δ1024-5) συμπυκνώνεται το αντιπολεμικό μανιφέστο του Τολστόη. Μόνο σε μια περίπτωση ο συγγραφέας δικαιολογεί τον πόλεμο, όταν αυτός γίνεται για να απελευθερωθούν λαοί που είναι σκλαβωμένοι ή που απειλούνται με σκλαβιά. Τότε ο Τολστόη γίνεται επικός κι υμνεί τη γενναιότητα κι ανδρεία των στρατιωτών, και τη φιλοπατρία των αντιστεκόμενων πολιτών στον ξένο εισβολέα. 

     Η φιλοπατρία του Τολστόη είναι εμφανής, όταν περιγράφει τη Ρωσική εκστρατεία του Ναπολέοντα, η οποία του στέρησε το ηθικό έρεισμα του απελευθερωτή των λαών, αφού ο ρωσικός λαός αντιστάθηκε στην εισβολή και δεν τον υποδέχτηκε ως νικητή, όπως έγινε με την κατάληψη ης Βιέννης και του Βερολίνου. Ακόμα αναζητεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ψυχοσύνθεσης του ρωσικού λαού, τα οποία τα βρίσκει στον λαϊκό πολιτισμό του (π.χ. στη σκηνή διασκέδασης με παραδοσιακά τραγούδια και μπαλαλάϊκες στο αγροτόσπιτο του θείου της Νατάσας), στην ορθόδοξη πίστη του (τονίζοντας το ορθόδοξο στράτευμα που μάχεται κατά των καθολικών Γάλλων και στο πλήθος των εκκλησιών που κοσμούν τη Μόσχα), στη λατρεία τους προς το πρόσωπο του Τσάρου (που λειτουργεί ως στοιχείο συνοχής του ρώσικου λαού), και στο βαθύ αίσθημα ελευθερίας που τους κατέχει κατά του εισβολέα.  Απ’ την άλλη οι ήρωες του Τολστόη δεν απορρίπτουν πολλά δυτικά στοιχεία: πολλοί νέοι της άρχουσας τάξης σπουδάζουν στο Παρίσι, προσκαλούν Ευρωπαίους παιδαγωγούς για τα παιδιά τους, ταξιδεύουν στο εξωτερικό, είναι της μόδας η μόλις ιδρυθείσα Αγγλική Λέσχη στη Μόσχα, προσκαλούν Γερμανούς αξιωματικούς για να τους διδάξουν τη στρατηγική τέχνη αλλά το παρακάνουν διορίζοντας τους και υπουργούς. Εντυπωσιάζει ακόμα η χρήση γαλλικών φράσεων στις καθημερινές συζητήσεις της άρχουσας τάξης και η άρνηση τους να μιλούν γαλλικά μετά την εισβολή του Ναπολέοντα στη χώρα τους! Η εθνική αφύπνιση του ρωσικού λαού αντανακλάται λοιπόν και στο μυθιστόρημα Πόλεμος κι Ειρήνη, που γράφεται την εποχή που αναπτύσσεται στην Ευρώπη το κίνημα του εθνισμού.

         Ο συγγραφέας προβάλλει τα αγαθά της ειρήνης, που ανατρέπουν οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι, εστιάζοντας το μύθο του -κατά τα διαλείμματα των πολέμων αυτών- στην καθημερινή ζωή της άρχουσας τάξης της Ρωσίας  χωρίς να παραλείπει και τη ζωή των μουζίκων που δουλεύουν στα κτήματα των ευγενών. Οι ευγενείς όλοι με τίτλους ευγενείας, πρίγκιπες και πριγκίπισσες οι περισσότεροι, αλλά και κόμητες ζουν μεταξύ Πετρούπολης και Μόσχας, μεταξύ της νέας ευρωπαϊκής και της παλιάς ασιατικής πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας τους, όπου διατηρούν ιδιόκτητα  μέγαρα ή μετακινούνται στις εξοχικές επαύλεις τους που βρίσκονται κτισμένες μέσα στα τεράστια αγροκτήματα-φέουδα που κατέχουν, τα οποία περιλαμβάνουν ακόμα ολόκληρα χωριά και δάση! Οι ευγενείς σταδιοδρομούν στον στρατό, ή αναλαμβάνουν ανώτατα πολιτικά αξιώματα ή πλαισιώνουν την τσαρική Αυλή και οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι μασόνοι. Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο στον τρόπο λειτουργίας της μασονίας, στις τελετές της, στους τύπους των ανθρώπων που μυούνται σ’ αυτήν, στο σκοπό της αλλά κάνει αισθητή και την απογοήτευση του μυημένου σ' αυτήν ήρωα του κόμη Μπεζούχοβ.
Όταν οι ευγενείς μετακινούνται για αρκετό διάστημα από το ένα μέρος στο άλλο συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό υπηρετών, νταντάδων, παιδαγωγών, αμαξάδων. Για μεταφορικά μέσα χρησιμοποιούν άμαξες ιππήλατες από ένα μέχρι και οκτώ άλογα, τα οποία αλλάζουν στο μέσο της διαδρομής για να είναι ξεκούραστα. Χρησιμοποιούν ακόμα κι έλκηθρα για τους χιονισμένους δρόμους, που τα σέρνουν άλογα ή και σκυλιά ακόμα. Εντυπωσιακή η εικόνα της νεανικής παρέας του Νικολάι Ροστόβ, που μέσα στη νύχτα, κάτω από φεγγαρόφωτο, συναγωνίζεται με τους φίλους του στο τρέξιμο της άμαξας, ποια θα προσπεράσει την άλλη,  ενώ οι φίλοι του μέσα στην άμαξα ξεκαρδίζονται στα γέλια.(Γ695-6). Όταν βρίσκονται στις εξοχές τους οργανώνουν κυνήγια λαγών, αλεπούς ή οι πιο ριψοκίνδυνοι κυνήγια λύκων. Περιγράφεται(Γ652-670)  το ομαδικό κυνήγι λύκων, που οργάνωσε ο Νικολάι Ροστόβ με την έφιππη παρέα του, που τους συνόδευαν 130 σκυλιά, τα οποία επέβλεπαν 34 άντρες εκτός των κυνηγών και στη συνέχεια η σύλληψη με τα χέρια ενός ζωντανού λύκου από έναν δουλοπάροικο του Νικολάι, ο οποίος κατάφερε να καταστήσει ακίνδυνο το λύκο βάζοντας μέσα στο στόμα του οριζόντια ένα ξύλο!  Σκληροί άντρες μιας άλλης εποχής, που η ανάγκη της επιβίωσης τους διαμόρφωσε έτσι!
 Για τη διασκέδαση τους συγκεντρώνονται τα βράδια στα κοσμικά σαλόνια που οργανώνουν κάποιες κυρίες της αριστοκρατίας και συζητούν για τα τρέχοντα θέματα της πολιτικής και κοσμικής ζωής του τόπου τους. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια μετά την υπογραφή Ειρήνης στο Τίλσιτ, σε κάποια σαλόνια κυριαρχούσαν οι φιλογαλλικοί κύκλοι ενώ κάποια άλλα είναι πιο παραδοσιακά φιλορωσικά. Κουτσομπολεύουν πολιτισμένα, κάποιοι φλερτάρουν με το νέο τρόπο που είναι της μόδας παριστάνοντας διαρκώς τους μελαγχολικούς (επηρεασμένοι από τον ρομαντισμό), παρακολουθούν παραστάσεις όπερας στο Θέατρο ή επισκέπτονται τη μοδάτη Αγγλική Λέσχη της Μόσχας, όπου προσκαλούν τους φίλους τους σε δείπνα, επί τη  ευκαιρία γιορτών.  

         Κάτω από την εκδούλευση των ευγενών βρίσκονται χιλιάδες μουζίκοι δηλαδή σκλάβοι που από γενιά σε γενιά καλλιεργούν τα κτήματα των αφεντάδων τους. Η ζωή των μουζίκων είναι άρρηκτα δεμένη με τη γη που δουλεύουν, που σημαίνει ότι δεν μπορούν να φύγουν και να εργαστούν σ’ άλλο κτήμα-φέουδο αλλά μεταβιβάζονται μαζί με τη γη που δουλεύουν π.χ. αν το φέουδο δοθεί προίκα ή πουληθεί. Βέβαια αναφέρεται η περίπτωση ενός αφέντη που αντάλλαξε τρεις οικογένειες μουζίκων για να πάρει ένα κυνηγόσκυλο ράτσας! Το ζήτημα των δουλοπάροικων (μουζίκοι στα ρώσικα) απασχολεί πολύ τον συγγραφέα. Πρώτον θέτει το αίτημα της απελευθέρωσης[11] των μουζίκων (όταν ο πρίγκιπας Αντρέι απελευθερώνει τους μουζίκους στο κτήμα του), της εκπαίδευσης και υγειονομικής τους περίθαλψης (όταν ο κόμης Μπεζούχοβ δίνει διαταγή να κτιστούν σχολεία και ιατρεία στα φέουδα του), της σχέσης του γαιοκτήμονα και των μουζίκων του (όταν ο Νικολάι Ροστόβ συμπεριφέρεται πιο ανθρώπινα στους υποτακτικούς του) και της ψυχοσύνθεσης τους, η οποία ποίκιλλε από την άκρα δουλοφροσύνη για την πλειονότητα ως το ελεύθερο φρόνημα για λίγους μουζίκους.

         Όσον αφορά την πλοκή του μύθου, ο συγγραφέας ξέρει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη με την αναπάντεχη πλοκή του μύθου του. Κάποιες επαναλήψεις και κάποιος διδακτισμός κυρίως στον επίλογο του έργου δεν αναιρούν την αξία του μυθιστορήματος. Ο μύθος του έργου περιστρέφεται κυρίως γύρω από τη ζωή τεσσάρων οικογενειών ευγενών, των Ροστόβ, των Μπαλκόνσκη, του Μπεζούχοβ και των Κουράγιν, που τα μέλη τους συναντιόνται και συνδέονται μεταξύ τους με φιλία ή έρωτα ή και αντιπάθεια. Γύρω από αυτούς κινούνται πλήθος από άλλους δευτερεύοντες ήρωες. Ο πόλεμος έρχεται και ανατρέπει τις "τακτοποιημένες" ζωές τους, επιβάλλοντας άλλους ρυθμούς ζωής. Ο Τολστόη πλάθει χαρακτήρες ολοζώντανους που εξελίσσονται κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος και των έντονων βιωμάτων  τους. Οι μεταπτώσεις της τύχης από μια κατάσταση αμέριμνης ευτυχίας σε μια κατάσταση γεμάτη πόνο, που τους προξενεί ο πόλεμος αλλά κι ο έρωτας κι η προδοσία, τους σημαδεύουν και τους ενηλικιώνουν απότομα.
Η Νατάσα Ροστόβ, το χαρούμενο κορίτσι, το γεμάτο αγάπη για τους άλλους ωριμάζει κάτω από δυο άτυχους έρωτες και το θάνατο του μικρού πολυαγαπημένου αδελφού της στον πόλεμο. Ο άλλος της αδελφός, ο Νικολάι Ροστόβ, ο ανέμελος και καλοπροαίρετος νεαρός ωριμάζει μέσα από την προδοσία του φίλου του Ντολάχοβ, τη σκληρότητα του πολέμου, την οικονομική χρεοκοπία του πατέρα του και μεταμορφώνεται σε έναν σοβαρό κι υπεύθυνο οικογενειάρχη. Ο πρίγκιπας Αντρέι Μπαλκόνσκη, άτομο σοβαρό κι υπεύθυνο κυνηγώντας πάντα υψηλούς στόχους, την πολεμική δόξα, την προσφορά στην πολιτική, τον αληθινό έρωτα, υποκύπτει στη μοίρα του ασυμβίβαστος κι ωραίος, παρά τις απογοητεύσεις και τα χτυπήματα που είχε δεχτεί. Η αδελφή του, πριγκίπισσα Μαρία Μπαλκόνσκη, ένα άβουλο κι υποταγμένο κορίτσι που ζούσε κάτω από τη σκιά του αυταρχικού πατέρα της, μετά το θάνατο της και εν μέσω πολέμου, ολομόναχη, αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τη ζωή της από δω και πέρα. Ο Πιέρ Μπεζούχοβ, ο νόθος γιος και μοναδικός κληρονόμος του πάμπλουτου κόμη Μπεζούχοβ, άτομο μορφωμένο αλλά κι αφελής και καλοσυνάτος συγχρόνως, ωριμάζει μέσα από τις απογοητεύσεις που δέχτηκε απ’ τη μύηση του στο μασονισμό, απ’ τον αποτυχημένο του γάμο με την πανέμορφη αλλά και κουτή Έλεν, που τον παντρεύτηκε για τα λεφτά του, απ΄ την αιχμαλωσία του απ’ τους Γάλλους και τέλος μέσα απ’ την αγάπη του, που τρέφει για τη Νατάσα. Οι περισσότεροι χαρακτήρες του Τολστόη διαπνέονται από μια έμφυτη καλοσύνη[12], έτοιμοι να προσφέρουν την αγάπη τους σε φίλους και αναξιοπαθούντες, αναδεικνύοντας έτσι εκείνα τα χαρακτηριστικά που καταξιώνουν τον άνθρωπο.     

        Η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, η αγάπη προς τον πλησίον, όπως την αντιλαμβάνεται ο χριστιανισμός, αποτελεί τη βασική αξία της προσωπικής φιλοσοφίας του Τολστόη[13]. Πιστεύει ότι η αγάπη είναι το μέσον που σώζει τον άνθρωπο απ’ τα βάσανα και τις κακουχίες της ζωής. Η αγάπη στηρίζει, παρηγορεί, φέρνει κοντά τους ανθρώπους, τους γιατρεύει από τα πάθη και τα μίση, τους βοηθά να συγχωρούν και να ξεφύγουν από το εγωϊστικό καβούκι τους. Γενικότερα ο Τολστόη πιστεύει ότι το συναίσθημα είναι ανώτερο απ’ τη λογική, στην οποία δεν έχει τόση εμπιστοσύνη, γιατί στο όνομα της έχουν διαπραχτεί πολλά και σοβαρά εγκλήματα. Πιστεύει ότι μια νοοκρατούμενη κοινωνία αδυνατεί να φθάσει στην ευτυχία σε αντίθεση με μια κοινωνία Αγάπης.(Α215-8, Β502…) Χάρις στο μήνυμα της αγάπης τα έργα του Τολστόη γαληνεύουν την ψυχή και το νου του αναγνώστη.

       Είναι κρίμα κι άδικο ένας μεγάλος συγγραφέας σαν τον Λέοντα Τολστόη(1828-1910) να φεύγει από τη ζωή πικραμένος[14] που το έργο του δεν είχε τύχει της αναγνώρισης που δικαιούνταν, όσο ζούσε! Όταν ο Τολστόη γράφει το κλασσικό πια μυθιστόρημα Πόλεμος κι Ειρήνη(1864-1869) είναι εποχή ακμής για τα ρωσικά γράμματα[15] και η πεζογραφία τους αρχίζει να στρέφεται προς το ρεαλισμό εμπνεόμενη από την πραγματικότητα κι αφήνοντας πίσω έναν άγονο ρομαντισμό. Ο Τολστόη γράφει το ογκώδες μυθιστόρημα Πόλεμος κι Ειρήνη, που μπορεί να χαρακτηριστεί τόσο κοινωνικό όσο κι ιστορικό, διαφοροποιούμενος απ’ τον Ντοστογιέφσκι και την επικρατούσα σχολή που έστρεψε το βλέμμα της στην σκληρή πραγματικότητα των καταπιεσμένων κι απόκληρων της ζωής της ρωσικής κοινωνίας. Ο Τολστόη όμως προτίμησε να ξεφύγει από την κυρίαρχη λογοτεχνική τάση της εποχής του και να παρουσιάσει σε μια ολική σύνθεση όλη τη ρωσική κοινωνία σε μια κορυφαία στιγμή της εθνικής της ιστορίας, αντιπαραθέτοντας συγχρόνως τις δυνατότητες που προσφέρει η ειρήνη για την ευτυχία των ανθρώπων σε αντίθεση με τον πόλεμο που προξενεί θανάτους, ακρωτηριασμούς, διάλυση οικογενειών, πόνο αβάσταχτο και καταστροφές παντού!

                                                                                              Σούλη Αγγελική
                                                                                             Βάρκιζα, 24-6-2010

                                                       


[1]Ιστορικός Άτλαντας, Δ. & Β. Λουκόπουλου
Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1796-1815):
Α! Ως στρατηγός  της Γαλλικής Επανάστασης:
     1.Εκστρατεία στην Ιταλία(1796-1797): Κατάλυση Βενετικού κράτους. Προσάρτηση Ιονίων νήσων στο Γαλλικό κράτος.
    2.Εκστρατεία στην Αίγυπτο(1798-1799): Μάχη Πυραμίδων. Ναυμαχία στο Αμπουκίρ
Β! ως ύπατος (1799-1804):
    3. Εκστρατεία στην Ιταλία: Ανακήρυξη του Μυρά ως βασιλιά της Νάπολης.    Μάχη Μαρέγκο.
Γ! ως  αυτοκράτορας (1804-1815):
    4.Εκστρατεία στην Αυστρία (1805): μάχες στο Ουλμ και στο Αούστερλιτς, Κατάληψη Βιέννης
        ( κατά Γ! Συνασπισμού κρατών)
    5.Εκστρατεία στην Πρωσσία (1806-1807): Μάχη Ιένας, κατάληψη Βερολίνου
       (κατά Δ! Συνασπισμού)

       Συνθήκη Τίλσιτ (1807)=Συνθήκη Ειρήνης Ναπολέοντα - Τσάρου Αλέξανδρου Α!
   
    6.εκστρατεία στην Ισπανία (1808)
    7.εκστρατεία στην Αυστρία (1809)
        ( κατά Ε! συνασπισμού)
    8.εκστρατεία στη  Ρωσία (1812), κατάληψη Μόσχας.
    9. εκστρατεία στην Πρωσία (1813), μάχη Λειψίας
         (κατά Στ! συνασπισμού)
        Κατάληψη Παρισιού από Ρώσους

Εξορία Ναπολέοντα στη νήσο Έλβα,  Επάνοδος Ναπολέοντα στη Γαλλία, Μάχη Βατερλό(1815), Εξορία Ναπολέοντα στη νήσο Αγία Ελένη και θάνατος του στα 1821.
[2] Είχε μπει σε διαδικασία να εκδοθεί το διαζύγιο του από την Ιωσηφίνα.
[3] Η καπιταλιστική Αγγλία αποτελεί τον ουσιαστικό αντίπαλο της ανερχόμενης, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, καπιταλιστικής Γαλλίας κι όλο το παιχνίδι παίζεται για το ποια απ’ τις δυο θα προηγηθεί στον έλεγχο της Μεσογείου και των εμπορικών θαλάσσιων δρόμων της προς τις αγορές της Ανατολής. Γι αυτό ο Ναπολέων εκστράτευσε στην Αίγυπτο και στην Ισπανία για να εξασφαλίσει τον έλεγχο των δυο περασμάτων στην αρχή και στο τέρμα της Μεσογείου. Για την κάθοδο της όμως προς τη Μεσόγειο ενδιαφέρεται κι η Ρωσία από την εποχή της Αικατερίνης της Μεγάλης, διότι μόνο έτσι θα αναπτυσσόταν και θα έπαιζε ενεργητικότερο ρόλο στη διεθνή σκηνή. Τα Στενά του Βοσπόρου όμως, τα κατέχει η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι ήταν τόσο πολλοί και συχνοί, για τον έλεγχο του Ευξείνου Πόντου και των πέριξ περιοχών του, που δείχνουν την ένταση στις σχέσεις των δυο χωρών. Το παιχνίδι λοιπόν εξουσίας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εκείνης είναι πιο σύνθετο και περίπλοκο με περισσότερο κερδισμένη, τελικά την Αγγλία.
[4] Βλ. εγκυκλοπαίδεια Ήλιος, λήμμα Ναπολέων. Άλλη παροιμιώδης φράση του: «Από Βοναπάρτης να καταντήσω Αυτοκράτωρ, όπως τόσοι άλλοι ασήμαντοι…»!
[5]Βλ. όπ.π. Ο Ναπολέων θεμελίωσε το σύγχρονο εθνικό αστικό κράτος των Γάλλων, που χρησίμευσε ως πρότυπο και για άλλες πολιτισμένες χώρες. Την εποχή της υπατείας του κυρίως εισήγαγε και περιέβαλε με το κύρος της προσωπικότητας του διοικητικές μεταρρυθμίσεις που συνέβαλαν στη δημιουργία ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους. Πρώτος παγκόσμια εφάρμοσε τη διοικητική διαίρεση του κράτους κατά νομούς. Οργάνωσε τις οικονομικές υπηρεσίες του κράτους, που θα υπάγονταν στο Υπουργείο Οικονομικών (τελωνεία, εφορείες, ταμεία…) Συγκροτεί δικαστήρια κατ’ αρμοδιότητα και Συμβούλιο Επικρατείας. Καθιερώνει τις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης (στοιχειώδης, μέση, ανώτατη) και παρέχει υποτροφίες στους αριστεύσαντες. Ιδρύει την Τράπεζα Γαλλίας, το ανώτατο πιστωτικό ίδρυμα. Βέβαια οι βάσεις του εθνικού κράτους στην Ευρώπη και ιδίως της Γαλλίας είχαν τεθεί ενωρίτερα κατά το 17ο αιώνα (δες "η ιστορία της διπλωματίας" που έχει αναρτηθεί στο ιστολόγιο αυτό)  
[6] Είναι δύσκολο σε λίγες γραμμές να αξιολογηθεί το έργο του Ναπολέοντα, μιας προσωπικότητας με έντονα υποκειμενικές δυνατότητες που το επαναστατικό περιβάλλον  μέσα στο οποίο έζησε τον βοήθησε αφενός να δώσει ότι καλύτερο είχε αλλά κι αφετέρου τον έκαμε να χάσει το μέτρο και να  αμφισβητηθούν η αξία του ίδιου και της Επανάστασης. Η αλήθεια είναι ότι η δράση του χαρακτηρίζεται από θετικά κι αρνητικά σημεία αλλά πρέπει να αναλογιστούμε ποιους είχε αντιμέτωπους:  όλες οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εχθρεύονταν την Επανάσταση, εκτός από τους λαούς που συγκινούνταν από τις ιδέες της.
Πρώτον λοιπόν σε μια εποχή που η Γαλλική Επανάσταση (1789-1799) κλυδωνιζόταν να επιβληθεί στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ο Ναπολέων με τη δράση του υπερασπίστηκε το έργο της. Το 1793 χάρις στο πολεμικό του σχέδιο – που ως άσημος λοχαγός κατάφερε να προωθήσει στην ανώτατη διοίκηση-  εκπορθεί την πόλη Τουλόν, κέντρο των αντεπαναστατών και του Αγγλικού στόλου που τους βοηθούσε. Αυτή ήταν η πρώτη του επιχείρηση που τον έκανε γνωστό και τον προβίβασε σε στρατηγό της Επανάστασης. Οι νίκες του επί 15 χρόνια εναντίον των απολυταρχικών καθεστώτων  που κυβερνούσαν την Ευρώπη και η εμφάνιση του ως απελευθερωτή από τις φεουδαρχικές σχέσεις συνέβαλαν να διαδοθούν οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης στους λαούς και  να πιστέψουν ότι ένας άλλος κόσμος πιο δίκαιος και πιο ελεύθερος μπορεί να υπάρξει και πρέπει να υπάρξει, διότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι κι έχουν δικαιώματα. Πως λοιπόν θα έφταναν οι ιδέες αυτές στον απλό κοσμάκη, την εποχή που δεν υπήρχαν Μ.Μ.Ε  αλλά αντίθετα απολυταρχία παντού; Ο Ναπολέων με το κύρος του έδωσε κύρος και στις Ιδέες αυτές και ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
Απ’ την άλλη όμως καταπάτησε βασικές αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Όταν έγινε ύπατος  κατέλυσε  το Διευθυντήριο, την αρχή των πέντε ανδρών, που προσπαθούσαν δημοκρατικά να κυβερνήσουν την επαναστατημένη Γαλλία, χωρίς όμως να το κατορθώνουν με επιτυχία.
Κι όταν μετά έγινε Αυτοκράτωρ, δεν κράτησε ούτε καν τα προσχήματα, που κράτησε ως ύπατος μοιραζόμενος την εξουσία, αλλά κυβέρνησε στην ουσία απολυταρχικά. Ο νεποτισμός, η φιλαρχία σημάδευσαν τη διακυβέρνηση του και σίγουρα οι λαοί απογοητεύονταν με το πέρασμα του χρόνου, όταν διαπίστωναν ότι οι εξαγγελίες του δεν συμβάδιζαν πάντα με τα έργα του.
Η κάθε επανάσταση και η πραγμάτωση των ιδεών της είναι ένα φιλοσοφικό θέμα, όπως διαπραγματεύεται κι ο Τολστόη στον επίλογο του έργου του, και οι ευθύνες για την επιτυχία της δεν βαραίνουν μόνο τον Ναπολέοντα αλλά και πολλούς άλλους, ηγεμόνες και λαούς. 
[7] Βλ. εγκυκλοπαίδεια Ήλιος, λήμμα Αλέξανδρος –ηγεμόνες Ρωσίας
Ο Αλέξανδρος Α! ( 1776- 1828) ανετράφη από τη γιαγιά του Αικατερίνη Μεγάλη και επηρεάστηκε από τις φιλελεύθερες ιδέες της, ως θαυμάστριας της «πεφωτισμένης δεσποτείας». Μετά το θάνατο της Αικατερίνης και πέντε χρόνια αργότερα μετά τη δολοφονία του πατρός του, τσάρου Παύλου, ανεβαίνει νεότατος στο θρόνο. Το ήπιο του χαρακτήρα του και η ανοχή της δολοφονίας του πατρός  του, (έγινε εν γνώσει του, λένε) ίσως τον έστρεψαν στο μυστικισμό. Φήμες τον θέλουν να παραιτείται από το θρόνο και να κλείνεται σε μοναστήρι, ή κατ΄ άλλους πέθανε σε ηλικία 52 ετών.
Για μας τους Έλληνες είναι ο Αυτοκράτωρ, που συνδέεται με το ξεκίνημα της Ελληνικής Επανάστασης το 1821. Ο  Αλέξανδρος Α! ήταν που αποκήρυξε την Επανάσταση και τον Υψηλάντη, ως μέλος της Ιεράς Συμμαχίας. Επί των ημερών του, επίσης, ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία στην Οδησσό της Ρωσίας κι ως υπουργός Εξωτερικών του είχε διατελέσει ο Ιωάννης Καποδίστριας. 
[8] Η πνευματική κίνηση στα μέσα του 19ου αιώνα επηρεάζεται από το Διαφωτισμό και στη φιλοσοφία της Ιστορίας από τη «Γενική Βούληση» του Ζαν Ζακ Ρουσσό, σύμφωνα με την οποία, η εκάστοτε εξουσία πηγάζει, όχι πια από το Θεό αλλά από το λαό και πρέπει να εκφράζει τη Γενική Βούληση του, διαφορετικά ο λαός πρέπει να την αλλάζει. Επίσης η Γαλλική Επανάσταση ανέδειξε το ρόλο του  λαού ως υποκείμενο της Ιστορίας, αφού με τη δράση του συνέβαλε στην εξέλιξη του Ιστορικού Γίγνεσθαι. Ακόμα τον αιώνα αυτό εμφανίζεται το κίνημα του εθνισμού στην Ευρώπη και η επιστήμη της Ιστορίας αρχίζει να αναπτύσσεται εξετάζοντας τη γένεση κι εξέλιξη των εθνών (λαών).  
[9] Το όραμα  της Αιώνιας Ειρήνης πρωτοτέθηκε από τον Γερμανό φιλόσοφο Κάντ, λίγες δεκαετίες προηγουμένως και πάνω σ’ αυτή τη λογική να προστατευθεί η παγκόσμια ειρήνη, δημιουργήθηκαν η Κοινωνία των Εθνών μετά το Α! παγκόσμιο πόλεμο  και ο Ο.Η.Ε. μετά το Β! παγκόσμιο πόλεμο.
[10] Το θέμα μιας αιώνιας (διηνεκούς) και γνήσιας ειρήνης αρχίζει να απασχολεί τους Διαφωτιστές, καθώς κι ο εξανθρωπισμός του πολέμου: Αφού δεν μπορούμε να τον καταργήσουμε, ας τον κάνουμε με πιο ανθρώπινο πρόσωπο, σκέφτηκαν, κι έτσι θεσμοθετήθηκε το «Δίκαιο του Πολέμου», όπου θέτει κάποιες αρχές  π.χ. προστασίας άμαχου πληθυσμού, αιχμαλώτων κ.λ.π. Η ειρήνη όμως για να έχει διάρκεια πρέπει να είναι και γνήσια δηλαδή να στηρίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ισότητα κι ελευθερία λαών , στη μη επέμβαση στα εσωτερικά μιας άλλης χώρας… κι όχι να επικρατούν εθνικισμοί, φανατισμοί, ιμπεριαλιστικές τάσεις των ισχυρών…Όλα αυτά είναι θέματα που αρχίζουν και συζητιούνται από τους διανοούμενους στην εποχή του Τολστόη κι αυτό το πνεύμα μεταφέρει ο συγγραφέας στο έργο του.    
[11] Βλ. Η δουλοπαροικία καταργείται επίσημα στη  Ρωσία το 1861 με την Αγροτική Μεταρρύθμιση που εισήγαγε ο Τσάρος Αλέξανδρος Β!
Ο ίδιος ο συγγραφέας, κόμης Τολστόη απελευθέρωσε τους μουζίκους στα κτήματα του.
[12] Σε αντίθεση με τον Τολστόη, πολλοί ήρωες του Ντοστογιέφσκι χαρακτηρίζονται από αρρωστημένα πάθη ή ζουν μέσα στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Η αξία της Αγάπης εμφανίζεται και σε έργα του Ντοστογιέφσκι για να λυτρώσει από τα πάθη τις βασανισμένες ψυχές. π.χ. στο «Έγκλημα και Τιμωρία» στον δολοφόνο Ρασκόλνικοφ.
[13] Βλ. οπισθόφυλλο βιβλίου: Ο Τολστόη, αν και πίστευε στη χριστιανική διδασκαλία αφορίστηκε από την επίσημη Εκκλησία, επειδή ήταν πολέμιος με τους επί Γης  εκπροσώπους της.


[14] Βλ. οπισθόφυλλο βιβλίου Πόλεμος κι Ειρήνη
[15]Βλ. Η Ρωσική Λογοτεχνία, Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1978  ,τόμ.Β!σ.σ179-221

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου