Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

"Σωκράτης", L.A.Dorion


H αναπαράσταση της «Δίκης του Σωκράτη» στη Στέγη Τεχνών και Γραμμάτων του Ωνασείου Ιδρύματος στις 25 Μαϊου 2012 κι ένα χρόνο ενωρίτερα στη Νέα Υόρκη[1] με προβλημάτισε για τα πολιτικά κίνητρα της Δίκης του Σωκράτη το 399 π.Χ Παρόλο το ιστορικό, φιλοσοφικό και νομικό ενδιαφέρον που παρουσίασε η νέα δίκη του Σωκράτη 2500 χρόνια αργότερα, δεν μπορώ να μην πω ότι προβληματίστηκα για πολλές από τις κατηγορίες που ακούστηκαν σχετικά με την αντιδημοκρατική συμπεριφορά του Σωκράτη, η οποία συνδέθηκε κυρίως με τους μαθητές του, Αλκιβιάδη, Χαρμίδη και Κριτία, οι οποίοι πρόδωσαν το δημοκρατικό πολίτευμα της πατρίδας τους, ο μεν πρώτος κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οι δε δεύτεροι ως δυο από τους Τριάκοντα Τυράννους. Οι προβληματισμοί μου συνεχίστηκαν γύρω  κι από τα πραγματικά κίνητρα της αναβίωσης  της Δίκης του Σωκράτη ως θεσμού σήμερα. Ερωτώ λοιπόν, πέρα από το ιστορικό, φιλοσοφικό και νομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η Δίκη του Σωκράτη, μήπως υπάρχουν κι άλλα κίνητρα της αναβίωσης της ως θεσμού; Και βέβαια μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι ζούμε στην εποχή της μετα-δημοκρατίας, όπου η πολιτική κρίση έρχεται να συμπληρώσει την οικονομική κρίση που βιώνουμε, ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια.
           Όλες αυτές οι απορίες μού πρόσφεραν το κίνητρο λοιπόν ν΄ αναζητήσω περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το έργο του Σωκράτη και τη Δίκη του.  Το κίνητρο στην ανάγνωση, που λειτουργεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάγνωση είχε βρεθεί για μένα και το επόμενο βήμα μου ήταν η εύρεση του κατάλληλου βιβλίου που θα έλυνε ίσως πολλές από τις απορίες μου. Κι ήμουνα τυχερή, διότι στη βιβλιοθήκη μου υπήρχε ένα ξεχασμένο μικρό βιβλίο, 143 σελίδων, το οποίο διένειμε η εφημερίδα ΒΗΜΑ το 2007 με τίτλο «Σωκράτης» του Louis-Andre Dorion, έκδοση 2004, καθηγητή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια του Μόντρεαλ και του Παρισιού[2]. Το βιβλίο αυτό αναφερόταν στο λεγόμενο Σωκρατικό Ζήτημα, το οποίο ομολογουμένως αγνοούσα στις λεπτομέρειες του, και το οποίο φώτιζε αρκετά τα αίτια των τόσων διαφορετικών απόψεων-ερμηνειών γύρω από τη συμπεριφορά και τη Δίκη του Σωκράτη.

ΜΕΡΟΣ Α! 
Ο Σωκράτης ήταν ένας φιλόσοφος, ο οποίος δίδαξε προφορικά μόνο χωρίς ν’ αφήσει κανένα γραπτό κείμενο. Η ζωή, ο θάνατος και το έργο του μας είναι γνωστά μέσα από τα λεγόμενα σωκρατικά έργα των μαθητών του, κυρίως του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα αλλά κι άλλων αφανέστερων μαθητών του, όπου ο Σωκράτης αποτελεί το κύριο πρόσωπο των αφηγήσεων τους. Οι πηγές όμως αυτές καθώς και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και οι μαρτυρίες του Αριστοτέλη δίνουν διαφορετική εικόνα για την προσωπικότητα του Σωκράτη, με αποτέλεσμα οι ιστορικοί να διαφωνούν για το ποια πηγή εκφράζει πιστότερα το αληθινό-ιστορικό πρόσωπο του Σωκράτη. Έτσι στις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε το λεγόμενο Σωκρατικό Ζήτημα -αναλύεται στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου- ένα πρόβλημα ιστορικό και μεθοδολογικό που προσπαθεί να ανασυστήσει το πραγματικό φιλοσοφικό δόγμα του Σωκράτη. Το Ζήτημα αυτό πέρασε διάφορες φάσεις: πρώτος ο Schleiermacher αμφισβητεί ότι ο Ξενοφώντας  αποδίδει την αληθινή εικόνα του Σωκράτη, ενώ λίγο αργότερα οι Taylor και Burnet ισχυρίζονται ότι ο Πλατωνικός Σωκράτης ανταποκρίνεται στο ιστορικό πρόσωπο του Σωκράτη. Στα τέλη 19ου αιώνα άλλοι μελετητές ισχυρίζονται ότι το Σωκρατικό Ζήτημα είναι άλυτο, επειδή ουδεμία σωκρατική πηγή μπορεί να αποδώσει πιστά τη σκέψη του Σωκράτη, αφού οι πηγές αυτές-συγγράμματα ανάγονται σ’ ένα είδος λογοτεχνίας, το λεγόμενο Σωκρατικό Λόγο, ο οποίος αφήνει μεγάλα περιθώρια ελευθερίας στο συγγραφέα του για να παρουσιάσει τη σκέψη του Σωκράτη. Ο Σωκράτης δηλαδή έγινε κάτι σαν λογοτεχνικός ήρωας στο επίκεντρο των διαλόγων και των συγκρούσεων που σοβούσαν μεταξύ των μαθητών του, που ο καθένας πίστευε ότι ερμήνευε καλύτερα το μεγάλο δάσκαλο του. Κατά τα μέσα του 20ου αιώνα ο Gigon απομυθοποιεί το Σωκρατικό Ζήτημα ως ψευδοπρόβλημα στρέφοντας σε άλλου τύπου συγκριτικές έρευνες τα επιμέρους θέματα που απασχολούν τη σωκρατική σκέψη. Κλείνοντας αναφέρω το μνημειώδες έργο του Giannantoni (1990), ο οποίος συγκέντρωσε σ΄ ένα έργο το σύνολο των μαρτυριών και των αποσπασμάτων που σχετίζονται με τον Σωκράτη και τους σωκρατικούς.
Το «Συμπέρασμα» από όλες αυτές τις διαμάχες γύρω από την ακριβή απόδοση της σωκρατικής σκέψης, το εκθέτει ο συγγραφέας στο τελευταίο ομότιτλο κεφάλαιο του βιβλίου του, κι αποδεικνύει το τεράστιο ενδιαφέρον των συγχρόνων του και των μεταγενέστερων φιλοσόφων και διανοουμένων  για το τι πίστευε ο Σωκράτης. Όλοι οι μαθητές του (Ξενοφών, Πλάτων, και οι ελάσσονες σωκρατικοί φιλόσοφοι Φαίδων ο Ηλείος, Ευκλείδης ο Μεγαρεύς, Αντισθένης…), λίγο αργότερα οι Σκεπτικιστές, οι Στωϊκοί ακόμα και οι Πατέρες της Εκκλησίας, και μετά στην Αναγέννηση, στο Διαφωτισμό μέχρι σήμερα (Μονταίν, Έγελος, Κίρκεργκωρ, Νίτσε…) προσπαθούν να οικειοποιηθούν τη μορφή και τη σκέψη του Σωκράτη για να ενισχύσουν και να υπερασπιστούν τις δικές τους αντιλήψεις, πολλές από τις οποίες είναι εντελώς αντίθετες μεταξύ τους!  Κατά την προσωπική μου γνώμη, η φιλοσοφία και η συμπεριφορά του Σωκράτη είναι «ανοιχτή» στο κοινό, διότι δεν είναι καταγεγραμμένη από τον ίδιο, και διότι οι πηγές του σωκρατικού έργου αντιφάσκουν μεταξύ τους. Έτσι δικαιολογούνται πολλές αποκλίσεις μεταξύ των ερμηνευτών της φιλοσοφίας του κι επιπλέον αυτή γίνεται ευάλωτη σε ερμηνείες που υποκρύπτουν πολιτικές κι άλλου είδους σκοπιμότητες. 
 
ΜΕΡΟΣ Β!
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ο συγγραφέας Dorion  στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του αναφερόμενος στη ζωή και στο θάνατο του Σωκράτη θέτει το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξήχθη η Δίκη του Σωκράτη το 399 π.Χ. , πέντε χρόνια μετά την εξοντωτική ήττα των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404 π.Χ ) και τέσσερα χρόνια μετά το τέλος του καθεστώτος των Τριάκοντα Τυράννων, που είχαν εγκαταστήσει οι νικητές Σπαρτιάτες στην ηττημένη Αθήνα. Οι μέχρι πριν λίγο πανίσχυροι Αθηναίοι βιώνουν τώρα, στο γύρισμα του 4ου αιώνα, και με δραματικό τρόπο την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος τους,  και μαζί το τέλος της Αθηναϊκής Ηγεμονίας τους -η οποία είχε ξεκινήσει μετά τους νικηφόρους Περσικούς πολέμους- .
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία που αποκαταστάθηκε όμως ξανά το 403 π.Χ ενώ αρχικά είχε δώσει αμνηστία  στους Αθηναίους που είχαν ταχθεί με το πολίτευμα των 30 Τυράννων, ακόμα και στους επιζήσαντες Τριάκοντα Τυράννους, τέσσερα χρόνια αργότερα το 399 π.Χ στρέφεται κατά του Σωκράτη! Τρείς πολίτες ο Άνυτος, ο Μέλητος και ο Λήκυθος απευθύνουν τρεις κατηγορίες κατά του Σωκράτη: Δεν σέβεται τους θεούς της Πολιτείας του, εισάγει καινά δαιμόνια και διαφθείρει τη νεολαία. Μάλιστα λίγα χρόνια αργότερα μετά το θάνατο του Σωκράτη κάποιος Πολυκράτης το 393 κυκλοφόρησε μια πραγματεία, στην οποία κατονομάζει ανοιχτά πια τους τρεις μαθητές του Σωκράτη, τους Αλκιβιάδη, Χαρμίδη και Κριτία, οι οποίοι πρόδωσαν την αθηναϊκή Δημοκρατία, ο πρώτος κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, και οι άλλοι ως δυο από τους Τριάκοντα Τυράννους, κατηγορώντας όμως το Σωκράτη ως υπαίτιο της πολιτικής συμπεριφοράς αυτών των μαθητών του. Ο συγγραφέας στο σημείο αυτό μας πληροφορεί «οι ερμηνευτές διχάζονται ανάμεσα σ’ αυτούς που θεωρούν ότι αυτό το κατηγορητήριο αποτελεί το αληθινό ελατήριο της Δίκης και σ’ εκεί νους που –όπως εγώ- εκτιμούν ότι το κατηγορητήριο υποκρύπτει πολιτικής φύσεως αιτιάσεις, οι οποίες προκάλεσαν τη δίκη»(σ.12).Φυσικό ήταν οι Αθηναίοι βιώνοντας τον ξεπεσμό της πάλαι ποτέ υπερδύναμης πατρίδας του να αναζητήσουν τα αίτια και τους πρωτεργάτες της καταστροφής της και τελικά φόρτωσαν στον Σωκράτη τις ευθύνες για τους προδότες μαθητές του. Πάνω απ’ όλα όμως το κατεστημένο της εποχής ενοχλούνταν με τις ερωτήσεις του, με τις οποίες υπέβαλε σε λογικό έλεγχο τα λεγόμενα τους για τα ηθικά ζητήματα και ξεσκέπαζε δημόσια μέσα στην αγορά (!) την άγνοια, την αμάθεια και τα ψεύδη τους ακόμα, δημιουργώντας έτσι πολλούς εχθρούς.

Ποιος ήταν ο Σωκράτης και γιατί με τη διδασκαλία του ενόχλησε το κατεστημένο της εποχής του, ώστε να προσαχθεί σε δίκη και μάλιστα να καταδικαστεί σε θάνατο πίνοντας κώνειο;
Στην εισαγωγή του βιβλίου παρατίθεται μια γενική εκτίμηση του έργου του Σωκράτη. Ο Σωκράτης είναι ο πρώτος φιλόσοφος που ασχολήθηκε με την Ηθική αναζητώντας τον ορισμό των ηθικών αξιών και το ρόλο τους στη ζωή του ανθρώπου και της κοινωνίας. Είναι ο φιλόσοφος που «κατέβασε τη φιλοσοφία από τ’ άστρα στη γη», όπως χαρακτηριστικά ελέχθη, εννοώντας ότι δεν ασχολήθηκε με τη Φύση αλλά με τον Άνθρωπο. (Υπενθυμίζουμε ότι η φιλοσοφία πρωτοεμφανίστηκε τον 6ο αιώνα π.Χ, όταν οι Ίωνες φιλόσοφοι- αρνούμενοι τη μυθολογική ερμηνεία του κόσμου- αναζήτησαν με τη λογική τους την πρώτη αρχή του κόσμου δηλαδή το πρώτο Όν και πώς από αυτό το πρώτο Όν στη συνέχεια δημιουργήθηκε ο κόσμος. Ονομάστηκαν Φυσιοκράτες, επειδή η ορθή λογική τούς οδήγησε ότι αυτή η πρώτη αρχή πρέπει να βρίσκεται μέσα στη φύση δίνοντας όμως διαφορετική απάντηση ο καθένας για το πρώτο Ον: το νερό, η φωτιά, ο αέρας, το άπειρο. Έτσι θεμελίωσαν τον πρώτο κλάδο της φιλοσοφίας, την Οντολογία. Έναν αιώνα μετά, τον 5ο π.Χ. ο Σωκράτης καθιστά την Αθήνα πια κέντρο της φιλοσοφίας θέτοντας νέα ερωτήματα που αφορούν «το δέον» δηλαδή πώς πρέπει να ζει ο άνθρωπος, με ποιες ηθικές αρχές, αρετές που θα τον οδηγήσουν σε μια  εν-αρετη ζωή, ώστε να  να ζει αρμονικά μαζί με τους συνανθρώπους του. Έτσι θεμελιώνει τον τρίτο μεγάλο κλάδο της φιλοσοφίας, την Ηθική και βάζει τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχτηκε ο ελληνικός και στη συνέχεια ο λεγόμενος Δυτικός Πολιτισμός. Όσον αφορά το δεύτερο κλάδο της φιλοσοφίας τη Γνωσιολογία (αν είναι δυνατή η γνώση, πώς αποκτάται, και ποια η σχέση της με την αλήθεια) ο Σωκράτης συνέβαλε στην ανάπτυξη της με τον ορθολογισμό του, τη διαλεκτική του και τους επαγωγικούς συλλογισμούς του, όπως πρώτος διείδε ο Αριστοτέλης.) Μάλιστα η ανθρωπολογική διάσταση της φιλοσοφίας του έκανε τον Κικέρωνα να αναφωνήσει ότι με τον Σωκράτη ξεκινά η φιλοσοφία!
Ο συγγραφέας στη συνέχεια για να παρακάμψει το Σωκρατικό Ζήτημα, επέλεξε να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του Σωκράτη όπως τον παρουσιάζει κάθε πηγή χωριστά. Έτσι αφιερώνει ένα κεφάλαιο του βιβλίου του για τον Σωκράτη του Αριστοφάνη, άλλο για τον Πλατωνικό Σωκράτη, άλλο για τον Σωκράτη του Ξενοφώντα κι άλλο για τον Σωκράτη του Αριστοτέλη δίνοντας κι αυτούς τους τίτλους αντίστοιχα από το τρίτο ως το έκτο κεφάλαιο.

Ο Σωκράτης του Αριστοφάνη:
Ο Αριστοφάνης είναι φανερός πολέμιος του Σωκράτη, τον οποίο διακωμωδεί μέσα από τις κωμωδίες του «Όρνιθες» και «Βάτραχοι», ενώ του αφιερώνει και μια ολόκληρη κωμωδία τις «Νεφέλες» γραμμένη το 423 π.Χ. παρουσιάζοντας τον άσχημο, φλύαρο, φτωχό, πεινασμένο με κακές σχέσεις με τη γυναίκα του Ξανθίππη, έχοντας τρία παιδιά και σπαταλώντας το χρόνο του στην αγορά διδάσκοντας με αμοιβή για όσα υπάρχουν πάνω στη γη και κάτω από αυτήν. Οι κωμωδίες αυτές αποτελούν τις μοναδικές μαρτυρίες που προέρχονται από την εποχή του Σωκράτη, ενόσω ο ίδιος ήταν εν ζωή ( 470-399), ενώ ο Πλάτων κι ο Ξενοφών τότε ήταν μικρά παιδιά. Οι μελετητές αμφισβητούν όμως ότι ο αριστοφανικός Σωκράτης ταυτίζεται με το αληθινό πρόσωπο του Σωκράτη, διότι  ο αριστοφανικός Σωκράτης παραπέμπει σε ένα ετερόκλιτο πρόσωπο που συγκεντρώνει πολλά διαφορετικά στοιχεία, άλλα από τα οποία θυμίζουν τους σοφιστές, άλλα τους προσωκρατικούς, κι άλλα τους πυθαγόρειους. Τα επίπλαστα αυτά στοιχεία πιστεύουν ότι ο Αριστοφάνης τα  συγκέντρωσε σε ένα πρόσωπο, εδώ στου Σωκράτη, για να οξύνει την κωμική εντύπωση, να διακωμωδήσει τα χαρακτηριστικά των διανοουμένων της εποχής και να προκαλέσει το γέλιο. Στο θεατρικό είδος της κωμωδίας ήταν απαραίτητο ένα υπαρκτό πρόσωπο-φιλόσοφος  της εποχής για να έχει αναφορά το κοινό σ’ αυτό, άσχετα αν όλα τα γνωρίσματα του δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Η εικόνα όμως αυτή του διακωμωδούμενου φιλοσόφου, που συνδέθηκε με το όνομα του Σωκράτη, διαμόρφωνε επί μια εικοσαετία περίπου μια αθηναϊκή κοινή γνώμη αρνητική γι αυτόν, γεγονός που φάνηκε όταν η πλειοψηφία των δικαστών του λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας το οποίο αποτελούνταν από 500 δικαστές, τον καταδίκασε σε θάνατο. Ό Σωκράτης μάλιστα στην «Απολογία» του -που έγραψε ο Πλάτωνας- κάνει αναφορά σε αυτούς τους πρώτους κατηγόρους του που τον μέμφονταν επί πολλά χρόνια, πριν από τους τρεις επίσημους κατηγόρους του στη Δίκη του 399 π.Χ..

 Ο Σωκράτης του Πλάτωνα:
Οι  πλατωνικοί Διάλογοι αποτελούν την πλουσιότερη πηγή μαρτυριών για τον Σωκράτη κι άσκησαν τη μεγαλύτερη επιρροή στη φιλοσοφία από την αρχαιότητα ως σήμερα. Ο Σωκράτης εμφανίζεται σε περισσότερους από είκοσι Διαλόγους του Πλάτωνα που γράφτηκαν μέσα σε 50 χρόνια, με αποτέλεσμα ο Σωκράτης των νεανικών Διαλόγων να υποστηρίζει εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις με τον Σωκράτη των Διαλόγων της ωριμότητας, καθώς η σκέψη του Πλάτωνα εξελισσόταν. Έτσι για τους μελετητές προέκυψε ένα νέο μεθοδολογικό πρόβλημα, δηλαδή ποιοι Διάλογοι εκφράζουν πιστότερα τον ιστορικό Σωκράτη. Οι μελετητές κατέληξαν ότι οι νεανικοί Διάλογοι του Πλάτωνα εκφράζουν πιστότερα τη σκέψη του δασκάλου του, διότι περιλαμβάνουν το μεγαλύτερο αριθμό των σωκρατικών θεμάτων, και διότι η μορφή του Σωκράτη είναι έντονη ακόμα στη σκέψη του νεαρού μαθητή του διαδραματίζοντας καταλυτικό ρόλο με την παρουσία του.
Ο συγγραφέας Dorion ξεδιπλώνει τη μορφή του πλατωνικού Σωκράτη αρχίζοντας από ένα χωρίο που συναντάται στη «Απολογία», τον γνωστό χρησμό των Δελφών, όπου η Πυθία είχε δηλώσει ότι «ο Σωκράτης είναι ο σοφότατος όλων των ανθρώπων». Στην προσπάθεια του ο Σωκράτης να κατανοήσει τον χρησμό, χωρίς όμως και να αμφισβητήσει τα λόγια του θεού,  αρχίζει να ρωτά για τις γνώσεις τους κάποιους, όσους λογίζονται για σοφοί, όπως πολιτικούς, ποιητές, τεχνίτες. Διαπιστώνει λοιπόν ότι οι άνθρωποι αυτοί νομίζουν ότι ξέρουν ενώ δεν ξέρουν, αφού μόνο οι θεοί είναι οι κάτοχοι της αληθινής γνώσης και μόνο ο Σωκράτης έχει επίγνωση της άγνοιας του αυτής.
Αυτή η δήλωση της άγνοιας του Σωκράτη, η οποία συναντάται μόνο στον Πλάτωνα κι όχι στον Ξενοφώντα, εγείρει νέες απορίες: Τι αγνοεί ακριβώς ο Σωκράτης; η άγνοια του αυτή είναι προσποιητή ή ειλικρινής; Η άγνοια του δεν αφορά βέβαια όλα τα πράγματα αλλά τα πλέον σημαντικά, όπως είναι τα ζητήματα ηθικής, τα οποία έφερνε στο φως, όταν διαλεγόταν με τους συνομιλητές του. Ο Σωκράτης έθετε ερωτήματα αλλά δεν απαντούσε ο ίδιος, γιατί ομολογούσε ότι δεν ήξερε, μη θέλοντας να διαψεύσει το χρησμό των Δελφών. Η άγνοια του όμως είναι προσποιητή κι αυτή είναι η περίφημη σωκρατική ειρωνεία με την οποία αποσκοπούσε να οδηγήσει το συνομιλητή του να ανακαλύψει ο ίδιος μόνος του τη δική του άγνοια του για θέματα που λίγο προηγουμένως ισχυριζόταν ότι γνωρίζει. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι η δήλωση άγνοιας του Σωκράτη είναι ειλικρινής, διότι ενώ κατέχει κάποιες γνώσεις, χρειάζεται πολύ περισσότερες για να ορίσει τα ηθικά ζητήματα, τις οποίες κατέχουν μόνο οι θεοί. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν έχει τόση σημασία, αν η άγνοια του είναι προσποιητή ή ειλικρινής, όσο ο τρόπος που τη χρησιμοποιεί για να πετύχει το σκοπό του.
 Ένα άλλο ουσιώδες χαρακτηριστικό της μεθόδου του Σωκράτη είναι ο λογικός έλεγχος με τη μορφή των ερωτημάτων-συλλογιστικών προτάσεων τις οποίες θέτει στους συνομιλητές του. Εάν μέσα από απ’ αυτούς τους συλλογισμούς συναχθεί συμπέρασμα που αντιφάσκει με την αρχική πρόταση που διατύπωσε ο συνομιλητής του, τότε ο έλεγχος έχει ολοκληρωθεί, αποκαλύπτοντας ότι η αρχική θέση του συνομιλητή ήταν λανθασμένη. Ο Σωκράτης δεν ασκεί τον έλεγχο για τον έλεγχο αλλά επιδιώκει ο συνομιλητής του να συνειδητοποιήσει την ουσία των ηθικών αξιών για να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Ο συνομιλητής στην αρχή του διαλόγου με το Σωκράτη αισθάνεται αμηχανία, στη συνέχεια αρχίζει να ντρέπεται για την άγνοια του και αρχίζει μια εσωτερική μεταστροφή της ψυχής του προς τη γνώση. «Ο έλεγχος λειτουργεί ως παιδαγωγικό μέσο, ως παράγοντας κάθαρσης, ως προνομιακό εργαλείο ηθικής παίδευσης» αναφέρει ο συγγραφέας στην υποενότητα  «Ο έλεγχος, η αυτογνωσία και η φροντίδα της ψυχής» του τέταρτου κεφαλαίου.
Αυτή η εξέταση-έλεγχος  από τη μια βοήθησε το άτομο να  απελευθερωθεί από την αμάθεια που είναι πηγή όλων των δεινών και να αποκτήσει αυτογνωσία (γνώθι σαυτόν). Το άτομο συνειδητοποίησε -πέρα από το σώμα του και τη σύνδεση σώματος και ψυχής- ότι η (λογική)σκέψη αποτελεί το θείο μέρος της ψυχής του κι ότι η παρουσία της αρετής-γνώσης στην ψυχή του τον κάνει καλύτερο άνθρωπο. Ο Σωκράτης προτρέπει τους ανθρώπους να ενδιαφέρονται περισσότερο για τα αγαθά της ψυχής (αρετές) σε αντίθεση με τα αγαθά του σώματος (κάλλος, ρώμη) και τα εξωτερικά αγαθά (πλούτη, κλέος). Τα σωματικά κι εξωτερικά αγαθά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σωστά αλλά και λαθεμένα, καθώς η ορθή διαχείριση τους εξαρτάται από τη γνώση που είναι ψυχικό αγαθό. Μάλιστα ο Σωκράτης προσπαθεί να δείξει στο νεαρό Αλκιβιάδη, που επιθυμεί διακαώς να ασχοληθεί με την πολιτική, ότι δεν έχει αυτογνωσία η οποία είναι απαραίτητη σε κάθε υπεύθυνο πολιτικό. Του τονίζει ότι έχει άγνοια για θεμελιώδη θέματα, όπως η δικαιοσύνη, και γενικότερα αγνοεί το θείο μέρος της ψυχής, την σκέψη (σ.70).
Απ’ την άλλη όμως ο Σωκράτης με τον λογικό έλεγχο στον οποίο υπέβαλε τους συνομιλητές του και μάλιστα δημόσια στην αγορά δημιούργησε πολλούς εχθρούς, διότι δεν αρέσει στους ανθρώπους να ξεσκεπάζεται η άγνοια τους. Μάλιστα ο συγγραφέας αναφέρει (σ.72) ότι «ένα από τα βασικά αίτια της Δίκης ήταν η μνησικακία των Αθηναίων, οι οποίοι δεν του συγχώρεσαν ποτέ αυτό το δημόσιο εξευτελισμό» και καταλήγει ότι η άσκηση ελέγχου από το Σωκράτη απέτυχε στην πράξη και μαζί της απέτυχε και ο δημόσιος χαρακτήρας της φιλοσοφίας στους ανοικτούς χώρους της αγοράς, αφού μετέπειτα οι μαθητές του διαλέγονταν μέσα στους κλειστούς χώρους των σχολών τους. Ο δε Ξενοφών σ’ αυτό τον έλεγχο αποδίδει την αδυναμία του Σωκράτη να μεταδώσει την αρετή.
Αντίθετη με τον έλεγχο είναι η μαιευτική διαδικασία στην οποία υπέβαλε τους συνομιλητές του για να εκμαιεύσει τη γνώση που είχαν μέσα στη σκέψη-ψυχή τους, και την οποία συσχέτιζε με το επάγγελμα της μητέρας του, που ήταν μαία. Ενώ ο έλεγχος ξεσκεπάζει την άγνοια του συνομιλητή του, που νομίζει ότι ξέρει ενώ δεν ξέρει, αντίθετα με τη μαιευτική φανερώνει στο συνομιλητή του ότι ξέρει ενώ ο ίδιος νομίζει ότι δεν ξέρει. «εγώ επιβλέπω τον τοκετό των ψυχών κι όχι των σωμάτων […]οι συνομιλητές μου δεν έμαθαν ποτέ τίποτα από μένα, αλλά ανακάλυψαν και γέννησαν οι ίδιοι μόνοι τους πολλά κι ωραία πράγματα» αναφέρει ο Σωκράτης στον Διάλογο «Θεαίτητος», ο οποίος ανήκει στους Διαλόγους της ωριμότητας του Πλάτωνα. Το γεγονός ότι δεν γίνεται καμιά άλλη αναφορά περί της μαιευτικής τέχνης του Σωκράτη σε άλλα έργα του Πλάτωνα, έκανε τους μελετητές να θεωρούν ότι η μαιευτική ως τέχνη είναι επινόημα του Πλάτωνα και σχετίζεται με τη θεωρία της ανάμνησης του, που οι ψυχές θυμούνται τις γνώσεις που είχαν αποκτήσει στην προηγούμενη ζωή τους.   
 Επίσης για να ολοκληρωθεί η εικόνα του πλατωνικού Σωκράτη πρέπει να επισημανθεί ότι  έβλεπε την άσκηση της φιλοσοφίας «ως καθήκον που του ανατέθηκε από το θεό». Έλεγε ότι  το «δαιμόνιον» τού έστελνε συχνά σημεία-σημάδια για να τον εμποδίσουν να προβεί σε επουσιώδεις πράξεις ή ακόμα να ασχοληθεί και με την πολιτική, που θα μπορούσαν να τον αποσπάσουν από τη φιλοσοφική δραστηριότητα του στην οποία ήταν αφοσιωμένος. Κάποιοι μάλιστα αναρωτήθηκαν μήπως αναγνωρίζει τη θεία προέλευση των ηθικών αξιών, αφού δέχεται ότι μόνο οι θεοί κατέχουν την αληθινή γνώση. Ο Σωκράτης όμως αγωνίζεται να ορίσει τις ηθικές αξίες μέσα από τη λογική του ανθρώπου διακηρύσσοντας ότι «η αρετή είναι γνώση», συγχρόνως όμως  θέτει και τα όρια της λογικής στην ηθική δηλώνοντας ότι η παντογνωσία είναι γνώρισμα μόνο των θεών!  Κι εδώ βρίσκεται η μεγαλοσύνη του. Ορθολογιστής χωρίς να είναι απόλυτος!
Ο συγγραφέας συνεχίζει με τα Σωκρατικά παράδοξα δηλαδή τις ηθικές θέσεις που υπερασπίζεται ο Σωκράτης και που έρχονται σε αντίθεση με τις κοινές αποδεκτές απόψεις. Μερικά από αυτά είναι:
1. «Η αρετή είναι γνώση». Αυτή η άποψη έρχεται σε αντίθεση με άλλες διαδεδομένες απόψεις όπως ότι η αρετή αποκτιέται μέσα από τη συνεχή άσκηση που γίνεται συν-ήθεια (ήθος) ή ότι η αρετή είναι θείο δώρο ή ότι υπάρχει εκ φύσεως ή δεν υπάρχει ή ότι είναι ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου. Ο Σωκράτης πιστεύει ότι η γνώση της αρετής παρέχει στον άνθρωπο ένα πρότυπο, το οποίο του επιτρέπει να αναγνωρίζει αν οι πράξεις και οι συμπεριφορές του είναι σύμφωνες με αυτό, οπότε ενάρετες ή αντίθετες οπότε δεν συμβαδίζουν με την αρετή. Επιβάλλεται λοιπόν να οριστούν οι αρετές, αφού ο ορισμός της καθεμιάς καθορίζει και το περιεχόμενο της. Έτσι ο Σωκράτης αναζητεί τον ορισμό της ανδρείας συζητώντας με δυο στρατηγούς στο Διάλογο «Λάχης», τον ορισμό της ευσέβειας συζητώντας με έναν μάντη στον «Ευθύφρων», της εγκράτειας συζητώντας με έναν έφηβο στον «Χαρμίδης», της φιλίας συζητώντας με δυο φίλους στον «Λύσις», της δικαιοσύνης στο πρώτο βιβλίο της «Πολιτείας», της ομορφιάς στον «Ιππίας Μείζων»…και τη φύση της αρετής γενικά στον «Μένων» κι αναρωτιέται, αν η αρετή είναι μία ή υπάρχει πλήθος αρετών.
Επίσης ο Σωκράτης συγκρίνει το είδος της γνώσης της αρετής με άλλα είδη γνώσεων, την επιστημονική και την τεχνική γνώση για να καταλήξει ότι η ηθική γνώση, που ταυτίζεται με τη σοφία δηλαδή την επίγνωση του καλού και του κακού, είναι ανώτερη όλων, διότι μόνο αυτή μπορεί να εξασφαλίσει την ατομική και συλλογική ευτυχία.
2. «Κανείς δεν είναι κακός με τη θέληση του». Αφού η αρετή είναι γνώση, έπεται ότι αυτός που κάνει το κακό, το κάνει εν αγνοία του, άρα χωρίς τη θέληση του. Η πλέον διαδεδομένη όμως άποψη είναι ότι κάποιος κάνει το κακό εν γνώσει του δηλαδή ενώ γνωρίζει ποιο είναι το καλό και το καλό επιλέγει το κακό υποκύπτοντας σε ένα έντονο συναίσθημα, όπως του φόβου, του θυμού, της έντονης επιθυμίας, του πάθους. Ο Σωκράτης όμως αντιδρά στην κοινή άποψη ότι η σοφία δεν διαθέτει καμιά δύναμη κι ότι μπορεί να εξουσιάζεται από τα συναισθήματα κι αντίθετα πιστεύει ότι η σοφία δεν είναι αδρανής αλλά διαθέτει μια δύναμη που της επιτρέπει να καθορίσει με κυρίαρχο κι αλάθητο τρόπο τις ανθρώπινες πράξεις. Οι άνθρωποι δεν επιλέγουν το κακό για το κακό αλλά συμβαίνει συχνά να εκλαμβάνουν το κακό ως καλό, επειδή δεν ξέρουν ποιο είναι το αληθινά καλό.
3. «Η ενότητα των αρετών». Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι κάποιος μπορεί να διαθέτει μερικές αρετές αλλά να στερείται κάποιες άλλες. Αντίθετα ο Σωκράτης εκτιμά ότι είναι αδύνατον κάποιος να διαθέτει μια αρετή χωρίς να διαθέτει όλες τις υπόλοιπες, διότι η σοφία, που χρησιμοποιείται ως θεμέλιο όλων των αρετών, είναι αναγκαστικά παρούσα σε όλες τις αρετές. Κάποιοι μελετητές βέβαια έδωσαν άλλο περιεχόμενο στην αδιάσπαστη ενότητα των αρετών προτείνοντας και την ταυτότητα όλων των αρετών μεταξύ τους χωρίς να διακρίνεται η μια από την άλλη, άποψη όμως που δεν είναι κυρίαρχη.
Και το τέταρτο κεφάλαιο κλείνει με τη γοητεία, που ασκούσε ο δάσκαλος στους νεαρούς μαθητές του μέσω της διδασκαλίας του, την οποία ο Αλκιβιάδης στο «Συμπόσιον» την αποκαλεί «Έρως». Πολλά έχουν γραφεί για τον πλατωνικό έρωτα αλλά και για την έλξη του Αλκιβιάδη, του Χαρμίδη, του Ευθύδημου προς το πρόσωπο του Σωκράτη. Ο ίδιος ο Σωκράτης στην «Απολογία» του Πλάτωνα ομολογεί ότι οι νεαροί μαθητές του θαύμαζαν το θάρρος του να ξεσκεπάζει την άγνοια των ψευτοσοφών της εποχής του και την επιμονή του να αναζητά την αληθινή γνώση, τη σοφία που έχει ανάγκη η ψυχή για να ηρεμεί και να αισθάνεται ευτυχής. Αυτή η σφοδρή επιθυμία της ψυχής να γνωρίσει το αγαθό δηλαδή το καλό και να ταυτιστεί μαζί του είναι ένα αίσθημα που γεμίζει πληρότητα τον άνθρωπο, όταν νομίζει ότι το κατέκτησε. Αντίθετα όταν νοιώθει ότι στερείται το αγαθό που λαχταρά η ψυχή να κατακτήσει, τότε κυριεύει τον άνθρωπο ένα αίσθημα επώδυνο, βασανιστικό. Αυτός ο πόθος λοιπόν για τη κατάκτηση της σοφίας και του αγαθού είναι ο έρως, απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση τους. «Ο ρόλος του Σωκράτη-δασκάλου ήταν αρκετά λεπτός, αφενός όφειλε να συντηρεί αυτή τη σφοδρή επιθυμία των μαθητών του προς την απόκτηση του αγαθού κι από την άλλη όφειλε αυτή η επιθυμία να μην αποκλίνει από τον αληθινό της στόχο, τη γνώση και το αγαθό» αναφέρει ο συγγραφέας. Ο Αλκιβιάδης στο Συμπόσιον» διηγείται πως ο Σωκράτης απέκρουσε ατάραχος τις επανειλημμένες προτάσεις του ιδίου και άλλων μαθητών  του, δηλώνοντας ότι «τους εξαπατά δίνοντας την εντύπωση του εραστή, ενώ μάλλον παίζει το ρόλο του ερώμενου».

Ο Σωκράτης του Ξενοφώντα 

Τα σωκρατικά συγγράμματα του Ξενοφώντα (Απομνημονεύματα, Συμπόσιον, Οικονομικός, Απολογία) παρέχουν ένα διαφορετικό πορτραίτο του Σωκράτη που αντιπαραβάλλεται με αυτό του Πλάτωνα. Τα σωκρατικά συγγράμματα του Ξενοφώντα δέχτηκαν επικρίσεις μέσα στα πλαίσια του Σωκρατικού Ζητήματος με σπουδαιότερη την κατηγορία ότι ο μοναδικός αξιόλογος από φιλοσοφική άποψη είναι ο Σωκράτης του Πλάτωνα. Ο Ξενοφών όμως, μαθητής κι αυτός του Σωκράτη, πρεσβεύει έναν άλλο τρόπο ζωής και φιλοσοφίας, που είναι ασύμβατος με αυτόν του Πλάτωνα. Παρά τα κοινά θέματα με τα οποία οι δυο τους παρουσιάζουν τον Σωκράτη να ασχολείται, εν τούτοις οι απόψεις τους γύρω από αυτά τα θέματα δεν μπορούν να συμφιλιωθούν. Μερικές από τις κύριες διαφορές που παρουσιάζουν ο Σωκράτης του Ξενοφώντα  από τον Σωκράτη του Πλάτωνα  είναι:
1.Ο Σωκράτης του Ξενοφώντα (ή Σ του Ξ). είναι σε θέση να δώσει τους ορισμούς των αρετών, δεν δηλώνει άγνοια, δεν είναι είρων, δεν χρησιμοποιεί τον έλεγχο για να αποκαλύψει την άγνοια των συνομιλητών του. Ακριβώς αντίθετα παρουσιάζεται ο Σωκράτης του Πλάτωνα (Σ του Πλ.)
2. Ο Σ. του Ξ. ομολογεί ότι είναι ειδήμων σε εκπαιδευτικά ζητήματα, ότι εκπαιδεύει μαθητές στην πολιτική αλλά δεν ασχολείται ο ίδιος με τα πολιτικά. Θεωρεί την πολιτική μια τέχνη σαν τις άλλες ενώ για τον Σ. του Πλ.  η πολιτική είναι ηθική γνώση, επίγνωση του καλού και του κακού. Ο Σ. του Ξ. τρέφει σεβασμό για τον Θεμιστοκλή και τον Περικλή σε αντίθεση με τον Σ. του Πλ.
3.Για τον Σ. του Ξ. αυτογνωσία σημαίνει επίγνωση των ορίων των δυνάμεων  και των δεξιοτήτων του ανθρώπου που συνοδεύεται κι από φροντίδα για τα αγαθά του σώματος. Αντίθετα ο Σ. του Πλ.  αντιλαμβάνεται την αυτογνωσία ως ταύτιση του «εγώ» με την ψυχή κι επομένως για τα αγαθά της ψυχής πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη φροντίδα απ’ ότι για τα αγαθά σώματος.
4. Ο Σ. του Ξ. δεν νοιώθει να του έχει ανατεθεί από το θεό η αποστολή να ζει φιλοσοφώντας και δεν θεωρεί την ενασχόληση με τη φιλοσοφία ως πράξη ευλάβειας. Δέχεται  όμως τα σημάδια που του στέλνει το δαιμόνιον για το τι πρέπει να πράξει και τι να αποφύγει προς όφελος του εαυτού του και των φίλων του. Αντίθετα ο Σ. του Πλ. δέχεται τα σημάδια του δαιμόνιου μόνο για να τον αποτρέψει από κάτι και ποτέ προς όφελος των φίλων. Ο Σ. του Ξ. δέχεται ότι οι θεοί μπορούν να βλάψουν τον άνθρωπο, ενώ ο Σ. του Πλ. δεν δέχεται ότι οι θεοί μπορεί να γίνουν αίτιοι κακών. 

Ο Ξενοφών στα «Απομνημονεύματα» υπερασπιζόμενος τον Σωκράτη έναντι της κατηγορίας ότι διαφθείρει τη νεολαία, προβάλλει τρία γνωρίσματα της προσωπικότητας του Σωκράτη: την εγκράτεια του απέναντι στις σαρκικές απολαύσεις, την καρτερία του (ανθεκτικότητα) στους σωματικούς πόνους και την οικονομική του αυτάρκεια παρόλα τα ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία που είχε. Οι τρεις αυτές αρετές αποτελούν τον πυρήνα της σωκρατικής ηθικής σύμφωνα με τον Ξενοφώντα. Οι τρεις αυτές αρετές ιεραρχούνται, αφού η εγκράτεια και η καρτερία  συμβάλλουν στην αυτάρκεια. Ως αυτάρκεια βέβαια δεν νοείται η πλήρης απουσία των αναγκών αλλά ο έλεγχος κι ο περιορισμός των αναγκών μας στα ουσιώδη. Η αυτάρκεια είναι μια θεϊκή ιδιότητα, διότι μόνο οι θεοί είναι αυτάρκεις, αφού δεν έχουν βέβαια καμιά υλική ανάγκη να καλύψουν. Ο Ξενοφών μάλιστα φέρνει το παράδειγμα του Σωκράτη -παρουσιάζοντας μια διαφορετική εικόνα απ’ αυτή του Πλάτωνα- με το να δηλώνει ότι ο Σωκράτης δεν είναι φτωχός αφού κατέχει περισσότερα από τα αναγκαία για να ζήσει κι ότι ενδιαφέρεται για την καλή διαχείριση του οίκου, η οποία αποτελεί εξάσκηση για την καλή διαχείριση της πόλεως. 
 Η εγκράτεια όμως αποτελεί το θεμέλιο της αρετής, διότι η κατάκτηση της αρετής προϋποθέτει την εγκράτεια κι από αυτήν πηγάζει κάθε ωφέλεια. Η εγκράτεια είναι απαραίτητη σ’ όσους ασκούν εξουσία για να μην παρασύρονται σε κάθε είδους απολαύσεις που θα τους απομακρύνουν από το διοικητικό και πολιτικό τους έργο. Η εγκράτεια είναι προϋπόθεση ελευθερίας για να μην υποδουλωθεί ο άνθρωπος στα πάθη και στις απολαύσεις, είναι προϋπόθεση δικαιοσύνης, διότι ο μη εγκρατής μπορεί  να διαπράξει αδικία υποκύπτοντας στη φιλοχρηματία, αρχομανία του…είναι προϋπόθεση φιλίας, διότι μόνο ανάμεσα σε ενάρετους κι εγκρατείς ανθρώπους είναι δυνατή η φιλία, επειδή τότε οι φίλοι μπορεί να συντρέχουν ο ένας τον άλλον, όταν έχουν ανάγκη. Η εγκράτεια είναι προϋπόθεση πλούτου και ευημερίας, διότι ο εγκρατής αφενός δεν κατασπαταλά την περιουσία του κι αφετέρου αφοσιώνεται σε κείνες τις δραστηριότητες που του αποφέρουν κέρδη.
Η μορφή και η διδασκαλία του Σωκράτη του Ξενοφώντα χαρακτηρίζονται από μεγάλη συνοχή. Τα χαρακτηριστικά όμως, αρετές του Σωκράτη τα συναντάμε και σε άλλα πρόσωπα των έργων του Ξενοφώντα, όπως στους Σπαρτιάτες Αγησίλαο και Λυκούργο, στον Πέρση Κύρο, στον Ιέρωνα της Σικελίας. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι, αν ο Ξενοφών σημαδεύτηκε τόσο βαθιά από τη σφραγίδα του Σωκράτη, ώστε να προικίσει αρκετούς ήρωες του με τις σωκρατικές αρετές ή αν σκιαγράφησε το Σωκράτη και τους άλλους ήρωες του με το δικό του και μοναδικό πρότυπο.

Ο Σωκράτης του Αριστοτέλη

Ελάχιστες είναι οι μαρτυρίες του Αριστοτέλη για τον Σωκράτη, συγκριτικά με τις προηγούμενες πηγές, αλλά παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον διότι αποτελούν το πρώτο δείγμα κριτικής στη φιλοσοφία του Σωκράτη. Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει τη διπλή προσφορά του Σωκράτη στην ανάπτυξη της επιστήμης, επειδή ασχολήθηκε με τους επαγωγικούς συλλογισμούς μέσω των οποίων προσπαθούσε να φτάσει σε καθολικούς ορισμούς των εννοιών. Αναζητούσε «το τί εστίν», τον ορισμό της ουσίας μέσα από το λογικό συλλογισμό. Ο Σωκράτης δηλαδή προσπαθούσε από το ειδικό να φτάσει στο γενικό, ξεκινώντας από συγκεκριμένα παραδείγματα της καθημερινής ζωής  που παρατηρούσε δίπλα του να βγάλει γενικά συμπεράσματα για τα ηθικά ζητήματα μιας κοινωνίας. Κι όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης επιστήμη υπάρχει μόνο όταν αναφέρεται στο καθολικό, στο γενικό. Αυτό όμως το καθολικό που ισχύει στον κόσμο και που αναζητά ο άνθρωπος, έχει τη δυνατότητα να το προσεγγίσει κυρίως μέσα από το ειδικό, το επιμέρους. Η επιστήμη είναι αναγκασμένη να δουλεύει με επαγωγικούς συλλογισμούς κι όχι αντίθετα με παραγωγικούς συλλογισμούς αφού το γενικό ή καθολικό αγνοείται γι αυτό και αναζητείται. ( Μη ξεχνάμε ότι ο Αριστοτέλης θεμελίωσε το τμήμα της φιλοσοφίας, τη Λογική αναζητώντας τους νόμους που τη διέπουν:οι 4 νόμοι της τυπικής Λογικής, και τα στάδια της λογικής σκέψης: ορισμούς εννοιών, κρίσεις, συλλογισμούς. Επομένως γι αυτόν είχε μεγάλη αξία η μεθοδολογία που ακολουθούσε στους διαλόγους του ο Σωκράτης).

Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει επίσης στον Σωκράτη ότι πρώτος αφοσιώθηκε αποκλειστικά  στα ηθικά ζητήματα αλλά αμφισβητεί ότι η αρετή είναι γνώση. Του προσάπτει ότι δεν ασχολήθηκε με τις πηγές της αρετής και τους τρόπους απόκτησης της. Ο Αριστοτέλης δεν συνδέει την αρετή με το λογικό μέρος της ψυχής, όπως ο Σωκράτης αλλά την συνδέει και με μια μη ορθολογική πλευρά, δεχόμενος ότι υπάρχει ως δυνατότητα μέσα στον άνθρωπο, που με την επανάληψη της άσκησης της αρετής γίνεται έξις, συνήθεια, ήθος Σε κάποιο χωρίο επιτίθεται στον Σωκράτη λέγοντας «δεν επιθυμούμε να μάθουμε τι είναι η ανδρεία αλλά να είμαστε ανδρείοι», θέλοντας έτσι να αποσυνδέσει την αρετή από τη γνώση. Τώρα ποια άποψη από αυτές ή κι από άλλες ακόμα που εμφανίστηκαν τους τελευταίους αιώνες (ψυχολογικά- κοινωνικά αίτια του κακού/ ποιος ευθύνεται ο υποκειμενικός ή ο αντικειμενικός παράγοντας;) είναι πιο κοντά στην αλήθεια, ας το κρίνει ο καθένας από μας. Ας συνειδητοποιήσουμε λοιπόν την προσφορά του  Σωκράτη στον ανθρώπινο πολιτισμό, ότι πρώτος άνοιξε μια συζήτηση που κρατά 2500 χρόνια, γύρω από Ηθική με τις αξίες της!

  Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο των πρωτογενών πηγών που έχουμε για το Σωκράτη και η κάθε εποχή ερμηνεύει τη φιλοσοφία και τη συμπεριφορά του με βάση τις δικές της αξίες, 2500 χρόνια τώρα. Ας προβληματιστούμε λοιπόν, αν η δική μας εποχή που την χαρακτηρίζει η υψηλή τεχνολογία, η παγκοσμιοποίηση, και μια παγκόσμια οικονομική κρίση …  αν βρίσκει ενδιαφέρον στη μορφή του Σωκράτη. Τί μπορεί  να μας διδάξει σήμερα, ποια στοιχεία του έργου του προβάλλονται περισσότερο στο κοινό γιατί και με ποιους νέους τρόπους και πώς τελικά αξιολογείται συνολικά ο Σωκράτης ως πνευματικός άνθρωπος, ο οποίος πρώτος άνοιξε τη συζήτηση για την Ηθική που βασίζεται στη Λογική! Η κριτική αποτίμηση του έργου του δεν πρέπει όμως να συγχέεται με την τυχόν κακόβουλη διαστρέβλωση του, διότι η γνώση αποκτά διαχρονική  αξία μόνο, όταν μπορεί να φανεί χρήσιμη σε κάθε νέα εποχή για να κάνει καλύτερη τη ζωή των ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν πρέπει να αποτιμάται και η Δίκη του Σωκράτη σήμερα.

    Υ.Γ. Για όποιον επιθυμεί να πληροφορηθεί περισσότερα για την προδοσία του Αλκιβιάδη και πού   την αποδίδει η ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ, υπάρχει η μελέτη της "Αλκιβιάδης", που αναρτάται  στο ιστολόγιο αυτό

                                                          Σούλη Αγγελική,   Ζάκυνθος, 19-6-2012                                      

                                    

                                                                          






[1] Η Δίκη του Σωκράτη του 2012 έχει αναρτηθεί στο Διαδίκτυο από τη Στέγη Τεχνών και Γραμμάτων καθώς και η Δίκη του 2011.
[2] Βλ. Wikipedia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου