Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

"Ουδέν νεότερον από το Δυτικό Μέτωπο", Έριχ Μαρία Ρεμάρκ

                             
Α! Λογοκρισία και αντιπολεμικό μυθιστόρημα
Το μυθιστόρημα «Ουδέν νεότερον από το Δυτικό Μέτωπο» τάραξε τα νερά της λογοτεχνίας για το αντιπολεμικό του πνεύμα, όταν εκδόθηκε το 1929, με αποτέλεσμα να απαγορευτεί η κυκλοφορία του και να καεί από τους Ναζί, διότι η αντιηρωϊκή ματιά του απλού στρατιώτη, η ειρηνιστική του διάθεση και η καταγγελία του πολέμου ερχόταν σε αντίθεση με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια της ευρωπαϊκής κυριαρχίας κι όχι μόνο των Ναζί του Γ! Ράϊχ! Το βιβλίο όμως γνώρισε διεθνή επιτυχία, μεταφράστηκε σε 25 γλώσσες, το 1930 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο κι επηρέασε δεκάδες συγγραφείς σ’ άλλες χώρες, ώστε να αναπτυχθεί η λεγόμενη αντιπολεμική λογοτεχνία.
Το βιβλίο παρουσίαζε τον πόλεμο από μια νέα οπτική σκοπιά την αντιπολεμική, που ήταν διαφορετική από την λεγόμενη επική ή ηρωϊκή σκοπιά,  με την οποία παρουσιαζόταν ο πόλεμος από την εποχή του Ομήρου ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Το αντιπολεμικό μυθιστόρημα εστιάζει στα δεινά που επιφέρει ο πόλεμος στους στρατιώτες και στον απλό λαό ανεξάρτητα από ποια πλευρά βρίσκεται ο καθένας, είτε του νικητή είτε του ηττημένου. Βέβαια αντιπολεμικές φωνές υπήρχαν σε όλα τα επικά έργα αλλά αυτές ήταν μεμονωμένες κι αδύναμες αλλά τώρα γίνονται κυρίαρχες αφού αποδομείται ο ηρωϊσμός, έστω όπως τον ξέραμε. Και ο Α! Παγκόσμιος πόλεμος (1914-1918) λόγω των ιδιαιτεροτήτων του συνέβαλε να γίνει συνείδηση μαζικά το αντιπολεμικό πνεύμα στη γενιά που πολέμησε σ’ αυτόν και να καταγγελθεί ο πόλεμος ως "μαζικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας"
Το μυθιστόρημα αυτό δεν προβάλλει κανένα ηρωϊκό κατόρθωμα των στρατιωτών αλλά δείχνει με μια ρεαλιστική γραφή που συχνά γίνεται εφιαλτική όλη την ιδεολογική και ψυχική κατάσταση του στρατιώτη-πολεμιστή από τη στιγμή της στρατολόγησης του ως το τέλος του πολέμου. Υπάρχει έντονος σκεπτικισμός για τα ιδανικά υπεράσπισης της πατρίδας και της ελευθερίας που κάποιοι καπηλεύονται για να τους στείλουν στο πολεμικό Μέτωπο και συνάμα στη δυστυχία και στο θάνατο, ενώ οι ισχυροί της γης ασφαλείς στα μετόπισθεν αποφασίζουν τον πόλεμο για να πλουτίζουν. Επίσης είναι η πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία,   που ένας πόλεμος, όπως ο Α! Παγκόσμιος διεξήχθη με όπλα που κατασκευάστηκαν απ’ την νεοεμφανιζόμενη τότε πολεμική βιομηχανία και τα οποία «αχρήστευαν» τον γνωστό ηρωϊσμό των στρατιωτών στο πεδίο της μάχης, αφού η αναμέτρηση μαζί τους ήταν άνιση! Πώς λοιπόν να μην εκφραστεί αυτή η νέα αντιπολεμική οπτική του πολέμου στη λογοτεχνία, εγκαινιάζοντας κατά τη γνώμη μου το αντιπολεμικό κίνημα που έμελλε να αναπτυχθεί στη συνέχεια καθόλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα κι ιδιαίτερα μετά τη ρίψη της πρώτης ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα;
Αυτή λοιπόν τη γενιά με το αντιπολεμικό της πνεύμα εκφράζει ο συγγραφέας ΄Εριχ Μαρία Ρεμάρκ (1898-1970), που γεννήθηκε στη Γερμανία και που βίωσε ο ίδιος τη φρικτή εμπειρία του πολέμου πολεμώντας στο Δυτικό Μέτωπο, που εκτεινόταν κατά μήκος περίπου της συνοριακής γραμμής Βελγίου-Γαλλίας-Γερμανίας “Αυτό το βιβλίο δεν είναι κατηγορητήριο ούτε εξομολόγηση. Είναι κάτι περισσότερο: μια προσπάθεια να μιλήσουμε για μια γενιά που καταστράφηκε στη δίνη του πολέμου. Κι ας γλίτωσε τελικά από τις οβίδες». Αυτό το μότο επιλέγει ο συγγραφέας για τον πρόλογο του βιβλίου του καταγγέλλοντας έτσι τον πόλεμο ως πρόξενο μυρίων δεινών.

Β! Παρουσίαση του βιβλίου
Και τι δεν περιγράφει ο συγγραφέας! Τον τρόπο ζωής των στρατιωτών μέσα στην κόλαση των χαρακωμάτων του Δυτικού Μετώπου και στα πεδία της μάχης όπου κυριαρχεί η αγωνία και η εμπειρία του θανάτου, στα νοσοκομεία που πιάνεται η ψυχή σου να βλέπεις εκατοντάδες βαριά τραυματισμένους, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης των αιχμαλώτων, αυτών των εξαϋλωμένων μορφών από την πείνα που προκαλούν τη συμπόνοια ακόμα και των εχθρών τους, στα μετόπισθεν που βρίσκεται ο άμαχος πληθυσμός που περνά κι αυτός το δικό του δράμα! Φυσικόν είναι ο συγγραφέας να στοχάζεται για τις αιτίες και τις συνέπειες του πολέμου και των πολέμων γενικότερα. Προς τί τόση δυστυχία; Κι ο άνθρωπος-πολεμιστής ζώντας μέσα σ’ αυτή τη φρίκη του πολέμου δεν μπορεί να μην αναλογιστεί τί είχε και τί έχασε! Οι αναμνήσεις από την προηγούμενη ζωή του σε καιρό ειρήνης με τις ομορφιές της τον πλημμυρίζουν και τότε γίνεται συνείδηση η μέγιστη αξία της ζωής και της ειρήνης!
          Τον συγγραφέα τον απασχολεί ο αντίκτυπος του πολέμου πάνω στον απλό άνθρωπο, γι αυτό παραλείπει το ιστορικό πλαίσιο του Α! Παγκοσμίου πολέμου. Μια μικρή αναφορά όμως σ’ αυτό, αν και δεν περιέχεται μέσα στο βιβλίο, θα φώτιζε καλύτερα, νομίζω, όσα καταγγέλλονται από τον συγγραφέα και θα αναδείκνυε καλύτερα το αντιπολεμικό του πνεύμα. Πίσω λοιπόν από τον Α! Παγκόσμιο πόλεμο κρύβεται ο ανταγωνισμός των μόλις εκβιομηχανισμένων χωρών της Δύσης(αρχικά Αγγλίας, Γαλλίας…) με τη μιλιταριστική Γερμανία του Κάϊζερ για τη μοιρασιά των ευρωπαϊκών αγορών κι όχι μόνο, και των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής, που τόσο είχε ανάγκη η νέα βιομηχανική εποχή που είχε ανατείλει κατά τα τέλη του 19ουαιώνα. Η κατακερματισμένη Γερμανία ενοποιημένη λίγες δεκαετίες ενωρίτερα  σ’ ένα κράτος υπό τον Βίσμαρκ με τη δύναμη του στρατού της και μη έχοντας αποικίες αλλά στηριζόμενη κύρια στους στρατιωτικούς της εξοπλισμούς που είχε αναπτύξει, απαιτεί τώρα μερίδιο απ’ τις άλλες αποικιοκρατικές δυνάμεις στη μοιρασιά του κόσμου. Ένας αιματηρός πόλεμος ξεκινά  με αφορμή τη δολοφονία του διαδόχου της Αυστροουγγαρίας στο Σεράγεβο της Βοσνίας, που συμπαρασύρει 60 χώρες σ’ αυτόν αναπτύσσοντας τέσσερα κύρια Μέτωπα στην Ευρώπη: το Δυτικό, το Ανατολικό, το Βαλκανικό, το Ιταλοαυστριακό κι άλλα στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική ακόμα και στη Λατινική Αμερική. Ένας παγκόσμιος πόλεμος λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας για τα συμφέροντα των ισχυρών της γης ενώ οι λαοί σύρονται σ' αυτόν ενώ κατά βάθος δεν έχουν τίποτα να μοιράσουν μεταξύ τους.

Ο Α! Παγκόσμιος πόλεμος χαρακτηρίστηκε ως πόλεμος των χαρακωμάτων από την εκτεταμένη χρήση τους σ’ αυτόν. Οι στρατιώτες από το 1915 αρχίζουν να σκάβουν κάτω από τη γη ολόκληρα συστήματα υπόγειων διαβάσεων και καταφυγίων, τα οποία με την πάροδο του χρόνου επεκτείνονται σε αλλεπάλληλες ζώνες πρώτης, δεύτερης γραμμής… κι εκεί μέσα ζούσαν  επί μήνες περιμένοντας την επίθεση του εχθρού ή κάνοντας αντεπιθέσεις. Επρόκειτο για έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς που σμπαράλιαζε τα νεύρα των στρατιωτών χωρίς να καταφέρνει η ζυγαριά να γύρει οριστικά υπέρ του ενός ή του άλλου των αντιπάλων, ενώ οι στρατιώτες υπέφεραν συχνά από την πείνα, τη δίψα, τη βρωμιά, τη λάσπη, τις ψείρες, τα ποντίκια, την δυσεντερία, τον πυρετό, τον φόβο, τη θλίψη! Κάποιοι μάλιστα μη αντέχοντας αυτήν την κόλαση πάθαιναν κρίσεις πανικού ή τρελαίνονταν κι έφευγαν από τα χαρακώματα και σκοτώνονταν γιατί δεν ήταν σε θέση να προφυλαχτούν και γίνονταν εύκολος στόχος του εχθρού. Αυτή τη στασιμότητα στην εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων εκφράζει κι ο τίτλος του μυθιστορήματος «Ουδέν νεότερον από το Δυτικό Μέτωπο», φράση που αναμετέδιδαν τα επίσημα ανακοινωθέντα του στρατού θεωρώντας, φαίνεται, ως ασήμαντη είδηση, τους θανάτους τόσων νέων που έπεφταν  νεκροί! Ένας τίτλος που εκφράζει μεν μια πραγματικότητα στην εξέλιξη του Μετώπου αλλά συγχρόνως ειρωνεύεται την αντίληψη της στρατιωτικής ηγεσίας που γι αυτήν μετρούσε μόνο η νίκη μη υπολογίζοντας τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.
Επίσης ο Α! Παγκόσμιος θα μπορούσε  να χαρακτηριστεί κι ως ο πρώτος «βιομηχανικός» πόλεμος, αφού εκεί παρατηρήθηκε θεαματική χρήση των νέων όπλων που κατασκεύαζε η αναπτυσσόμενη τότε πολεμική βιομηχανία, χωρίς  να έχουν εντελώς εγκαταλειφθεί  παλαιότερα όπλα, όπως ξιφολόγχες, σπαθιά. Τα νέα όπλα είναι πιο ύπουλα, διότι είτε δεν διακρίνονται εύκολα είτε βομβαρδίζουν από μεγάλη απόσταση στοχεύοντας έτσι σε μαζικότερη καταστροφή του αντίπαλου: Κανόνια  τελευταίου τύπου, όλμοι που μοιάζουν με μικρά κανονάκια για να μεταφέρονται εύκολα εξαπολύοντας οβίδες που σφυρίζουν, όπως και τα πολυβόλα όπλα τα επονομαζόμενα μυδράλια. Φλογοβόλα όπλα με αρκετό βεληνεκές που εκπέμπουν φλόγες προκαλώντας εγκαύματα, απανθρακώσεις, πυρκαγιές και χειροβομβίδες που όπου πέσουν διαλύουν σε κομμάτια τα ανθρώπινα κορμιά! Πάνω απ’ όλα όμως ξεχωρίζουν τα τάνκς μέσα από τα οποία οι στρατιώτες επιτίθενται προστατευμένοι από το τεθωρακισμένο όχημα του, οι ύπουλες νάρκες εδάφους αόρατες για τον ανύποπτο στρατιώτη που μόλις τις πατήσει εκρήγνυνται, τα υποβρύχια, οι πρώτες επιθέσεις από αέρος και η φοβερή εφεύρεση των χημικών όπλων. Τα τελευταία εξαπολύουν τοξικά αέρια που τυφλώνουν, δημιουργούν αναπνευστικά προβλήματα, ασφυξία και θάνατο, αν δεν προλάβει κάποιος να φορέσει την αντιασφυξιογόνα μάσκα του ή αν βιαστεί να τη βγάλει, όπως συχνότατα συνέβαινε με τους νεοσύλλεκτους μαθητές που τους έστελναν ανεκπαίδευτους σχεδόν στο Μέτωπο!
Κάποτε στο πεδίον της μάχης πολέμαγαν σώμα με σώμα κι ο ηρωϊσμός ήταν αποτέλεσμα προσωπικής τόλμης κι ανδρείας. Τώρα πώς να αποδείξει τον ηρωϊσμό του ο πολεμιστής που έχει αιφνιδιαστεί από τη χρήση αυτών των φοβερών όπλων; Έκτοτε ο ηρωϊσμός έχει μετατοπισθεί πια σε άλλα επίπεδα  κι έχει αποκτήσει νέο περιεχόμενο. Αναφέρει ο συγγραφέας «τα τανκς έγιναν φοβερά όπλα. Κυλάνε σε μακριές γραμμές και σκορπάνε γύρω τους το θάνατο. Τα πυροβόλα που μας στέλνουν τα πυρά τους δεν τα βλέπουμε, οι επιτιθέμενες γραμμές του εχθρού (μέχρι τώρα) αποτελούνταν από ανθρώπους σαν κι εμάς. Μα τούτα είναι μηχανές… κυλάνε ανέπαφα μέσα σε λάκκους και ξαναβγαίνουν από κει ασυγκράτητα. Κι αναγκαζόμαστε να υποχωρούμε μπροστά στην ασυγκράτητη ορμή τους. Τα χέρια μας γίνονται καλαμάκια, οι χειροβομβίδες ακίνδυνα σπίρτα»

 Ο συγγραφέας τολμά να πει τα πράγματα με το όνομα τους αποδομώντας τους ψεύτικους ηρωϊσμούς με τους οποίους κάποιοι δάσκαλοι είχαν φουσκώσει τα μυαλά των μαθητών τους πριν φύγουν για το Μέτωπο. Ο ήρωας του έργου Πάουλ θυμάται την ιδεολογική και ψυχολογική βία που είχαν υποστεί οι μαθητές του Λυκείου από  τον καθηγητή τους Κάντορεκ για να πάνε να πολεμήσουν για την πατρίδα τους. Ο ενθουσιασμός όμως της νεολαίας που στρατολογήθηκε διαλύθηκε πολύ γρήγορα,  κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης τους, όταν ήρθαν αντιμέτωποι με τα παράλογα καψόνια και τους εξευτελισμούς που τους επέβαλαν οι εκπαιδευτές τους. «Μέσα στο μυαλό μας είχαμε πλάσει έναν κόσμο ιδεών, που έδινε στον πόλεμο ιδεαλιστικό και σχεδόν ρομαντικό χαρακτήρα αλλά έκαναν το παν για να μας αναγκάσουν να αηδιάσουμε το στρατό…με τα ορθάνοιχτα κι άγρυπνα μάτια της νιότης μας είδαμε πως η κλασσική αντίληψη για την πατρίδα, όπως μας την είχαν εμφυσήσει οι δάσκαλοι μας, κατέληγε εδώ, σε πλήρη απογύμνωση της προσωπικότητας, τέτοια που δεν θα τολμούσες ποτέ να ζητήσεις ούτε από τον πιο άσημο υπηρέτη» και πιο κάτω αναφέρεται «γίναμε σκληροί, καχύποπτοι, αδίστακτοι, εκδικητικοί, βάναυσοι και τα χαιρόμαστε μάλιστα όλα αυτά γιατί ήταν ιδιότητες που μας έλειπαν. Αν μας είχαν στείλει στα χαρακώματα χωρίς να μας εκπαιδεύσουν, ασφαλώς θα είχαμε αποτρελαθεί» για να καταλήξει ότι πίσω από αυτόν το παραλογισμό βρίσκεται η ίδια η δομή του στρατού που ο βαθμολογικά ανώτερος ασκεί εξουσιαστικό έλεγχο στον κατώτερο του για να τον κρατά σε τυφλή υπακοή, γεγονός που κάποιοι βέβαια βγάζοντας τα απωθημένα τους βασανίζουν με τα καψόνια τους στρατιώτες και μάλιστα τυχαίνει αργότερα να επαινούνται κιόλας ότι τάχα εκτέλεσαν πιστά το καθήκον τους!    
Η αποκτήνωση του στρατιώτη συνεχίζεται ζώντας στις άθλιες συνθήκες των χαρακωμάτων κι ολοκληρώνεται στο πεδίον της μάχης. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και μόνο αυτό τους καθοδηγεί: για να κορέσουν την πείνα τους τρώνε όσο ψωμί τους απέμεινε μετά την επιδρομή των ποντικιών, χάνουν κάθε αίσθημα ντροπής στα πρόχειρα αποχωρητήρια που τους κατασκεύασαν χωρίς διαχωριστικούς τοίχους, και μαθαίνουν να συνηθίζουν σε καθετί που κανονικά δημιουργεί αποτροπιασμό. Οι εικόνες των πληγωμένων από τα νοσοκομεία προκαλούν φρίκη «Στο κάτω πάτωμα έχουν όσους είναι πληγωμένοι στην κοιλιά, στη ραχοκοκαλιά, στο κεφάλι κι όσους έχουν κομμένα πόδια. Στη δεξιά πτέρυγα έχουν τους πληγωμένους στο σαγόνι, όσους έπαθαν από τα ασφυξιογόνα κι όσους χτυπήθηκαν στη μύτη στα αυτιά και στο λαιμό. Στην αριστερή πτέρυγα είναι οι τυφλοί, οι λαβωμένοι στα πνευμόνια, στη λεκάνη στα γεννητικά όργανα και στο στομάχι … Δυο φαντάροι πεθαίνουν από τέτανο. Το πετσί τους μελανιάζει και μόνο τα μάτια τους είναι ζωντανά. Βλέπω πληγές στα έντερα, που είναι διαρκώς γεμάτες ακαθαρσίες … και τούτο δω είναι ένας νοσοκομειακός σταθμός. Υπάρχουν  εκατοντάδες χιλιάδες σαν κι αυτό στη Γερμανία, εκατοντάδες χιλιάδες στη Γαλλία, εκατοντάδες χιλιάδες στη Ρωσία…Μόνο σαν βρεθείς σε νοσοκομείο, μπορείς να καταλάβεις τι πάει να πει πόλεμος»

Συγκλονιστική είναι επίσης η προσωπική εμπειρία του Πάουλ, όταν παγιδεύτηκε χωρίς δυνατότητα διαφυγής μέσα σ’ ένα λάκο με έναν αντίπαλο του, τον οποίο αναγκάστηκε να σκοτώσει και στη συνέχεια έγινε μάρτυρας επί ώρες του αργού και βασανιστικού αγκομαχητού θανάτου του. Δεν ήξερε τι να κάνει. Από τη μια του δρόσιζε τα χείλη με το λασπόνερο που βρέθηκε δίπλα του κι απ’ την άλλη  επιθυμούσε να τον αποτελειώσει με ένα πιστόλι, αν είχε, αλλά δεν άντεχε να τον ξαναμαχαιρώσει με το μαχαίρι που κρατούσε. «Είναι ο πρώτος άνθρωπος που σκότωσα με τα ίδια τα χέρια μου…ο θάνατος του είναι δική μου δουλειά» μονολογεί  κι αυτό τον τρελαίνει, αισθάνεται τύψεις και πόνο βαθύ γι αυτόν και την οικογένεια του που θα τον περιμένει. Όταν αυτές οι μαρτυρικές ώρες κάποτε τελειώνουν και βρίσκεται πίσω στα χαρακώματα, επικρατούν πιο ψύχραιμες σκέψεις γιατί πρέπει ο άνθρωπος να μπορεί να συνεχίσει να ζει και μονολογεί «κατά τύχη ζουν ή πεθαίνουν στον πόλεμο. Αν δεν έπεφτε στο λάκο που ήμουνα κρυμμένος, αν εγώ είχα προλάβει να φύγω, αν…αυτό είναι (τελικά) το πεπρωμένο όλων εμάς (των στρατιωτών)».
Το ίδιο συγκλονιστική είναι η αφήγηση για το θάνατο του αγαπημένου φίλου και συμμαθητή του Κέμεριχ. Ο Κέμεριχ τραυματίστηκε από τις πρώτες μέρες που ήλθε στο Μέτωπο. Είναι ένα παιδί ακόμα, κι ας είναι μόλις δεκαεννιά χρονών, μόνο του στο νοσοκομείο μακριά από την οικογένεια του με κομμένο το ένα του πόδι που έχει κακοφορμίσει κι αισθάνεται ότι πεθαίνει. Όλη η απόγνωση και η θλίψη είναι ζωγραφισμένα στο πρόσωπο του! Οι παλιοί φίλοι και συμμαθητές του μάταια προσπαθούν να τον παρηγορήσουν. Ο παλιός Κέμεριχ, αυτό το όμορφο παλικάρι που ανέμιζαν τα ξανθά μαλλιά του καθώς γυμναζόταν στο μονόζυγο, που άφηνε τους φίλους του να τον αντιγράφουν στο μάθημα της Έκθεσης, το καμάρι της μάνας του και των καθηγητών του τώρα αργοσβήνει μόνος του κι αβοήθητος πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου, το οποίο μάλιστα κάποιοι βιάζονται να αδειάσει για να το δώσουν σε άλλους τραυματίες που περιμένουν! «έχει απομείνει μόνος με τη σύντομη ζωή του, των δεκαεννιά χρόνων και κλαίει καταλαβαίνοντας πως (η ζωή) τον αφήνει» μουσκεύοντας το πρόσωπο του με ένα βουβό κλάμα που ματώνει τις καρδιές των φίλων του, που ικετεύουν σιωπηλά «δεν θέλει να πεθάνει, μην τον αφήσετε να πεθάνει». Τι να σκεφτεί κανείς, τη νιότη που τόσο άδικα χάνεται εξ αιτίας του πολέμου, τον πόνο της μάνας που θα τον περιμένει, την ανημποριά του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, τη σκληρή κι απότομη ωρίμανση των αμούστακων ακόμα παιδιών που στάλθηκαν στον πόλεμο μέσα από τη διάψευση των προσδοκιών τους και τη γνωριμία τους με το θάνατο!

Όσο υπάρχουν όμως άνθρωποι ο στοχασμός κι ο λυρισμός δεν μπορούν να λείπουν ακόμα ούτε μέσα στον πόλεμο. Όσο κι αν ο πόλεμος οδηγεί στην αποκτήνωση του ανθρώπου, δεν μπορεί να εξαφανίσει τελείως κάποια ευγενή αισθήματα που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο. Η αξιοπρέπεια, η συντροφικότητα, η φιλία, η αλληλεγγύη και η αίσθηση της δικαιοσύνης υπάρχουν εκεί για να μας θυμίζουν την υπό εξαφάνιση ανθρωπιά στις συνθήκες πολέμου. «Μέσα μας γιγαντώθηκε γερό το αίσθημα της αλληλεγγύης και μαζί με αυτό το η συναδέλφωση το καλύτερο πράγμα που μπορεί να προσφέρει ο πόλεμος» αναφέρει ο συγγραφέας. Ακόμα η ειρωνεία, το χιούμορ, τα αστεία και οι καζούρες σε υπαξιωματικούς που τους βασάνιζαν χρησιμοποιούνται ως μέσον ψυχικής εκτόνωσης των δεινοπαθούντων στρατιωτών. Στα διαλείμματα δε των συμπλοκών οι συζητήσεις τους περιστρέφονται γύρω από τα θέματα που τους απασχολούν.
«Τι θα κάναμε αν είχαμε ξαφνικά ειρήνη;» είναι ένα ερώτημα που αφορά το μέλλον αυτών βέβαια που θα επιζήσουν από τον πόλεμο, κι όλοι αναγνωρίζουν, ότι το μέλλον τους, όποιο κι αν είναι αυτό για τον καθένα, θα έχει σημαδευτεί απ’ τη φρίκη του πολέμου. «ο πόλεμος σμπαράλιασε το καθετί για μας. Δεν είμαστε πια νέοι. Δεν θέλουμε να κατακτήσουμε τον κόσμο … είμαστε 18 χρονών, ότι αρχίσαμε να αγαπάμε τη ζωή και τον κόσμο και μας ανάγκασαν να πυροβολούμε εναντίον τους. Η πρώτη οβίδα που έπεσε βρήκε την καρδιά μας. Δεν πιστεύουμε πια στην πρόοδο, στις προσπάθειες …» και πιο κάτω «χαρτιά, βρισίδι και πόλεμος είναι οι ειδικότητες μας».      
«Γιατί γίνεται πόλεμος;» είναι ένα το μεγάλο βασανιστικό ερώτημα, που τις πρώτες απλοϊκού τύπου απαντήσεις τις διαδέχεται ο προβληματισμός γύρω από τις έννοιες πατρίδα, κράτος,  λαός, κυβερνήσεις, προπαγάνδα υπέρ του πολέμου από επίσημους φορείς (εφημερίδες, παπάδες, δασκάλους), ποια η αλήθεια για τα εθνικά δίκαια κάθε λαού ... για να καταλήξουν ότι «κανείς δεν θέλει τον πόλεμο, κι όμως ξεσπά… θα γινόταν πόλεμος αν έλεγε όχι ο αυτοκράτορας; Ή ας πούμε είκοσι με τριάντα άλλοι σαν και δαύτον σ’ ολόκληρο τον κόσμο; Τι λόγο έχει ένας Γάλλος κλειδαράς ή ένας Γάλλος παπουτσής να επιτεθεί εναντίον μας; Τελικά υπάρχουν άνθρωποι που τους συμφέρει ο πόλεμος… κι ένας σπουδαίος αυτοκράτορας χρειάζεται τουλάχιστον έναν πόλεμο για να γίνει διάσημος, το ίδιο και οι στρατηγοί. Διάβασε τα σχολικά βιβλία και θα δεις»
«Γιατί ο πόλεμος συνεχίζεται και το θανατικό μαζί του;»  είναι το ερώτημα που τίθεται το καλοκαίρι του 1918, αφού πια κανείς δεν αμφιβάλλει ότι οι Γερμανοί έχουν χάσει τον πόλεμο, όπως κι έγινε λίγους μήνες αργότερα. Στο μεσοδιάστημα .όμως αυτό χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους ή έμειναν ανάπηροι! Γιατί δεν τελείωσε κι επίσημα ο πόλεμος και μάλιστα συνεχίστηκε με μεγάλη σφοδρότητα, ενώ ήταν οφθλαμοφανές, ποιος θα ήταν ο νικητής;         

Ο συγγραφέας χωρίς να χρησιμοποιεί μελοδραματικούς τόνους αλλά μια γλώσσα γεμάτη ρεαλισμό που χρωματίζεται από ένα υπόκωφο λυρισμό αναδεικνύει τις ομορφιές της ζωής που βρίσκονται μακριά από το Μέτωπο και τους χιλιάδες νέους που χωρίς τη θέληση τους  στάλθηκαν εκεί για να πολεμήσουν. Έρχονται στιγμές που το όνειρο, η φαντασία και οι αναμνήσεις κρατούν συντροφιά και δίνουν διέξοδο στα καταπιεσμένα συναισθήματα των στρατιωτών.  Τώρα συνειδητοποιείται η αξία της ειρηνικής ζωής και οι ανέμελες στιγμές της: τα ήσυχα δειλινά που συγκεντρώνονταν οι                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        φίλοι στην πλατεία της γειτονιάς τους παίζοντας και κουβεντιάζοντας, οι βόλτες στο δάσος με τις πανύψηλες σημύδες που άλλαζαν τόσα χρώματα καθώς ο ήλιος τις φώτιζε στις ώρες της μέρας, η θέα από το παράθυρο του σπιτιού τους που έφτανε μέχρι κάτω στο κάμπο αγναντεύοντας την όμορφη φύση που απλωνόταν μπροστά τους …Όταν ο Πάουλ επιστρέφει με ολιγοήμερη άδεια στο πατρικό του σπίτι τότε οι αναμνήσεις τον πλημμυρίζουν, η ζεστασιά και η θαλπωρή που ένοιωθε ζώντας κοντά στα πολυαγαπημένα του πρόσωπα τον κυριεύουν αλλά αυτό δυστυχώς δεν κρατά για πολύ.
Μετά από λίγες μέρες συνειδητοποιεί ότι δεν είναι πια ο παλιός ανέμελος εαυτός του και μια βουβή θλίψη του στερεί τη χαρά να ζήσει όπως πριν τον πόλεμο. Κοιτάζοντας τα βιβλία στη βιβλιοθήκη του δεν μπορεί να πιστέψει ξανά στον κόσμο των ιδεών που έδιναν φτερά στη νιότη του κι εκλιπαρεί « μιλήστε μου, πάρτε με κοντά σας … πάρε με κοντά σου χθεσινή μου ζωή, όμορφη, ανέμελη ζωή μου, ξαναπάρε με κοντά σου» και πιο κάτω «Μακάρι γλυκιά μου μητέρα να μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω στο παρελθόν. Τότε που ζούσαμε ενωμένοι ο ένας με τον άλλον μακριά από τη δυστυχία»  μονολογεί, καθώς την αγκαλιάζει! «Σ’ αυτόν τον πόλεμο χάσαμε το προνόμιο της νιότης μας. (Τότε) δεν αναγνωρίζαμε σε τίποτα ένα όριο και δεν βλέπαμε πουθενά ένα τέλος…. (τώρα) είναι αδύνατον να αναγεννηθούν οι ευαίσθητες και μυστηριώδεις δυνάμεις που μας συνέδεαν κάποτε με το τοπίο της πρώτης μας νιότης» συμπληρώνει σε άλλο σημείο. 
Η αποξένωση που νοιώθει από τον προηγούμενο κόσμο του γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, όταν κουβεντιάζει με τους συγχωριανούς του που αδημονούν να μάθουν νέα από το Μέτωπο. Αν και στα μετόπισθεν ο άμαχος πληθυσμός περνά άσχημες μέρες με την πείνα που τους βασανίζει και την αγωνία για τα παιδιά τους που πολεμούν, είναι ανίδεοι όμως από τη φρικτή εμπειρία της πρώτης γραμμής του πυρός. Στα μάτια του Πάουλ οι συμβουλές των συμπατριωτών του για το πώς ο γερμανικός στρατός να κατατροπώσει τον γαλλικό φαντάζουν «μεγάλα λόγια» που κάποιοι έχουν ακόμα την πολυτέλεια να τα λένε.

«Είμαι νέος είκοσι χρονών. Κι όμως από τη ζωή μου δεν γνώρισα παρά μόνο την απόγνωση, το θάνατο, το φόβο και μια ατέλειωτη αλυσίδα από παράλογες επιπολαιότητες και απύθμενο πόνο. Βλέπω τους λαούς να σέρνονται στους πολέμους και να σκοτώνονται σιωπηλοί, χωρίς να λένε τίποτα … υπακούοντας στους αρχηγούς τους. Βλέπω τα πιο μεγάλα πνεύματα του κόσμου να σχεδιάζουν όπλα και λόγια και να τα ρίχνουν στη μάχη για να εμψυχώσουν τους φαντάρους. Κι μαζί με εμένα τα βλέπουν όλα αυτά όλοι οι νέοι της ηλικίας μου, εδώ κι απέναντι (εννοώντας τις δυο αντίπαλες παρατάξεις), τα βλέπει μια ολόκληρη γενιά …Χρόνια τώρα δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να σκοτώνουμε. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα. Από τη ζωή δεν μάθαμε παρά μόνο πως να σκοτώνουμε. Τι θα γίνει ύστερα από αυτά; Τι θα απογίνουμε;» ή «όλα όσα γράφτηκαν κι ειπώθηκαν, όλα σίγουρα θα είναι ψέματα και χωρίς αξία, αφού ο πολιτισμός τόσων χιλιάδων χρόνων δεν μπόρεσε να εμποδίσει τούτον τον ποταμό αίματος» Σ’ αυτές τις φράσεις συμπυκνώνεται όλη η σπαρακτική κραυγή της γενιάς του πρώτου Μεγάλου Πολέμου, γεμάτη θυμό, πόνο, απορία, θλίψη κι απελπισία για όσα φρικτά βιώνουν στο παρόν του πολέμου κι απαισιοδοξία για το δυσοίωνο μέλλον που τους περιμένει, κατάσταση η οποία εκφράστηκε βέβαια και τα επόμενα χρόνια του Μεσοπολέμου!

 Πως λοιπόν το μυθιστόρημα αυτό να γίνει αποδεκτό από τους Ναζί του Γ! Ράϊχ που σχεδίαζαν εκ νέου πολέμους και που δεν άργησαν να οδηγήσουν την ανθρωπότητα στο Β! Παγκόσμιο πόλεμο, μόλις εικοσιένα χρόνια μετά το τέλος του Α! Παγκοσμίου; Πώς να γίνει αποδεκτό από τα φασιστικά καθεστώτα, όταν αποκάλυπτε την προπαγάνδα υπέρ του πολέμου που ασκείται στον απλό λαό και  συμπαρέσυρε στην κριτική του τα αυταρχικού τύπου σχολεία, τον αυτοκράτορα της Γερμανίας και γενικότερα τις φιλοπόλεμες εξουσίες; Χιλιάδες αντίτυπα του βιβλίου αυτού κάηκαν στην πυρά μαζί με χιλιάδες άλλα αντίτυπα κι άλλων συγγραφέων μη αρεστών στους Ναζί από τον Μπρεχτ, τον Φρόιντ μέχρι τον Μαρξ, τον Ουγκό τον Τολστόη τον Τόμας Μαν κι άλλους. Όσο όμως ισχυρή είναι η δύναμη της εξουσίας άλλο τόσο ισχυρή είναι και η δύναμη της παιδείας κι αυτά τα δυο δεν είναι η πρώτη φορά που αναμετριούνται στην Ιστορία. Έτσι το βιβλίο «Ουδέν νεότερον από το Δυτικό Μέτωπο επέζησε από την πυρά γιατί το αγάπησε το αναγνωστικό κοινό για τις αλήθειες που αποκάλυψε. Εξ άλλου μόνο η παιδεία μπορεί να αντισταθεί στη βία γιατί μόνο αυτή μπορεί να αποκαλύπτει τα ψεύδη που τη στηρίζουν φωτίζοντας έτσι το νου των ανθρώπων. Κι η Τέχνη και κατ’ εξοχήν η λογοτεχνία μπορεί να παίξει αυτόν το ρόλο!  
                                                                                    Σούλη Αγγελική
                                                                                   10 Φλεβάρη 2013

4 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απαντήσεις
    1. το βιβλίο διαβάσατε ή μόνο την ανάγνωση μου; διότι το βιβλίο είναι συγκλονιστικό, καθώς μεταφέρει το βίωμα κάθε νεαρού κι αθώου παιδιού-στρατιώτη που πηγαίνει να πολεμήσει για την αγαπημένη του πατρίδα και κει ακρωτηριάζεται όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά! αντιπολεμικό πέρα ως πέρα!

      Διαγραφή
  3. Εξαιρετικο το κειμενο, προσφερει πολυτιμες πληροφοριες στον μελλοντικο αναγνωστη του βιβλιου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή