Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

"Ακυβέρνητες Πολιτείες": 3. Η Νυχτερίδα, Στρατή Τσίρκα


Εκεί που τελειώνει το Δέλτα του Νείλου στη δυτική πλευρά του και που αρχίζει ο μεγάλος κόλπος, είναι κτισμένη η πόλη της Αλεξάνδρειας έχοντας μπροστά της την ανοιχτή Μεσόγειο! Η τεράστια παραλία της σε μήκος σηματοδοτείται δυτικά από το νησί Φάρος σε πολύ μικρή απόσταση από την ακτή, το οποίο με το μήκος του «φράζει» τμήμα της παραλίας. Πάνω του δεσπόζει το φρούριο που έκτισε το 15ο  αιώνα ο σουλτάνος Κάϊτ μπέης στη θέση του αρχαίου φάρου. Ανατολικότερα η παραλία σηματοδοτείται από το ακρωτήρι Σιλσίλα που λειτουργεί ως ένας φυσικός λιμενοβραχίονας. Το νησί και το ακρωτήρι οριοθετούν και τα δυο μαζί το μεγάλο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, το αποκαλούμενο Ανατολικό. Μια μεγάλη παραλιακή λεωφόρος, η ονομαζόμενη Κορνίς, διατρέχει την ακτή. Προπολεμικά στην αμμώδη παραλία της, κάτω από τη λεωφόρο Κορνίς είχαν ανοίξει πλαζ για τους λουόμενους : η αριστοκρατική του Σαν Στέφανο με μια σειρά μικρές καμπίνες με φανταχτερά χρώματα, σεζ-λογκ και μεταξωτά ομπρελίνα που κρατούσαν οι λουόμενοι για να μη λιάζονται, πιο πέρα η πλαζ Λωράν με καμιά δεκαριά παράγκες αμπογιάτιστες, πιο πέρα η πλαζ Μπω –Ριβάζ με το ομώνυμο ξενοδοχείο για νιόπαντρους. Πιο πέρα στον κάβο του Παλαί, όπου τελειώνει η παραλία, βρίσκονταν τα μπάνια του Πετρού, «ένα σύμπλεγμα από ξύλινες παράγκες και ταρατσούλες, στηριγμένο πάνω σε μαδέρια που κάτω τους τρέχουν τα νερά και σπάνε τα κύματα όταν η θάλασσα είναι ταραγμένη».
Ενδότερα την πόλη διασχίζει η λεωφόρος Αμπουκίρ, που συναντά κάθετα την Κορνίς, και πλήθος άλλων δρόμων που διασταυρώνονται αφήνοντας χώρο για την πολυσύχναστη αγορά της Κλεοπάτρας με τα μπακάλικα, τα καπνοπωλεία, τα καφενεία της. Κυβερνητικά κτήρια, νοσοκομεία μεταξύ των οποίων το Ελληνικό, το Ισραηλιτικό για τις  διάφορες παροικίες  που ζούσαν τότε εκεί, καθεδρικοί ναοί για τους θρησκευόμενους Έλληνες, Ιταλούς, Μαλτέζους, Άγγλους, Γάλλους...και συνοικίες όπως το Καρτιέ Γκρέκ για τους πλούσιους Ελληνες, συμπλήρωναν την εικόνα αυτής της πολυπολιτισμικής πόλης λίγο πριν τα μέσα του 20ου αιώνα. Οι μεγάλες μάζες των Αιγυπτίων κατοικούσαν στις φτωχοσυνοικίες, βεδουίνοι οι περισσότεροι. Μια σιδηροδρομική γραμμή, ένωνε την Αλεξάνδρεια με το Κάϊρο -που ήταν κτισμένο δίπλα στο Νείλο λίγο πριν αρχίσει το μεγάλο Δέλτα του ποταμού- και η οποία έφτανε στην Αλεξάνδρεια διασχίζοντας την περιοχή Ράμλι με τις φτωχοσυνοικίες του.
 
Στο Ράμλι λοιπόν στα ανατολικά περίχωρα της Αλεξάνδρειας, εγκαταστάθηκαν Έλληνες πρόσφυγες που έφταναν κατά κύματα καθόλο τον 19ο αιώνα. Μεταξύ αυτών έφτασαν και οι πρόγονοι από την πλευρά της μητέρας του του Μάνου Σιμωνίδη. Ο θείος Αντουάνος έφτασε από τη Χίο το 1881, όπου εγκαταστάθηκε στα κτήματα του κόντε Ζιζίνια. Χιώτης κι αυτός βρήκε άσυλο εκεί μετά τη σφαγή της Χίου το 1822 που τους παραχώρησε ο Μοχάμετ Άλη, πατέρας του Ιμπραήμ, εκείνου που αργότερα τον έστειλε στην Πελοπόννησο να καταπνίξει την επανάσταση του 1821! Βλέπετε η πολιτική του απέναντι στον Οθωμανό  Σουλτάνο καθόριζε και τη στάση του απέναντι στους Έλληνες! Ο Ζιζίνιας κάτοχος εκατοντάδων στρεμμάτων στο Ράμλι καλοδέχεται τον Αντουάνο «τα βλέπεις όλα τούτα, δικά μου είναι, τόση γης μήτε μια μπουκιά ψωμί δεν πιάνει. Θα πάρει αξία, μα πότε...» Μονάχα μπεντουβίνοι (Άραβες νομάδες) υπήρχαν εκεί γύρω. «τα βράδυα, που είχαμε στρωμένο τραπέζι έξω, έβλεπες να περνάνε μπεντουβίνικες φαμελιές, με τα μισόγυμνα βρέφη καβάλα στο ώμο, και τις κατσίκες που φορούσαν κάτι βρώμικα μικρά βρακιά για να προστατεύουν τα μαστάρια τους. Οι άντρες τυλιγμένοι στις τρίχινες κουφίες (που κάλυπταν το κεφάλι) με το ραβδί περασμένο πίσω στη ράχη, αποκρίνονταν ήρεμα στις γυναίκες τους [...] κρυμμένες πίσω από μάλλινους φερετζέδες, πλουμισμένους με μπλε χάντρες και ψεύτικα φλουριά»
Ο Αντουάνος πρόκοψε εκεί. Έκτισε την παράγκα του, φύτεψε το σκίνο που έφερε από τη Χίο κι έκανε «μια μάντρα παιδιά». «την παράγκα τη φύλαγε η σκιά του σκίνου. Είχε θεριέψει μέσα σε σαράντα χρόνια, κι ήταν ο κορμός της σαν κάστρο, με μια κουφάλα που χωρούσε άνθρωπο, και τα κλαδιά απλώνονταν δυνατά και στριμμένα πάνω από την παράγκα ως το μονοπάτι. Το φύλλωμα του ήταν δασύ και σκοτεινό, και κάπως μυστήριο, και δεν ήξερες ποτέ, όταν σήκωνες τα μάτια από κάτω του, αν εκεί ήτανε γάτα ή άνθρωπος σκαρφαλωμένος και σε παραφύλαγε. Κι όταν ερχόταν η άνοιξη, γέμιζε ο σκίνος λουλουδάκια κίτρινα σαν μικρούτσικα κύπελλα όλο γύρι και μέλι, και πέφταν, πέφταν βροχή [...] κι όσα λουλουδάκια γλίτωναν, δένανε και γίνονταν κάτι μικρά πράσινα βολαράκια, τσαμπιά τσαμπιά. Και στο έβγα του καλοκαιριού, βάφονταν κόκκινα κι ήταν στεγνά σαν καμωμένα από ταρταρούγα, κι έτσι απόμεναν ως τα Χριστούγεννα. Κι από τις σκισματιές του γεροσκίνου έσταζε και κρεμόταν κόμποι το μαστίχι, που μοσκοβόλαε μέσα στο στόμα, πικρό και πιπεράτο» Προσωπικά ωραιότερη περιγραφή για το μαστιχόδεντρο της Χίου σε όλες της εποχές του χρόνου του δεν έχω διαβάσει!
Ο θείος Αντουάνος αγάπησε την καινούργια γη που τον δέχτηκε, δημιούργησε καλές σχέσεις με τους ντόπιους βεδουϊνους και συχνά έλεγε στους συμπατριώτες του «μουσαφιραίοι είμαστε (εδώ), τί θαρρείτε; ήρταμε, καλοκάτσαμε, κάναμε παιδιά κι εγγόνια. Ωραία. Μα ο νοικοκύρης κοιμότανε. Αμέ; Να τον ξυπνήσουμε, λέω. Να του ζητήσουμε το ελεύτερο, να μας πει κοπιάστε, για να γίνει το σωστό [...] (αλλιώς) θα μας δώσει μια κλωτσιά και θα μας ρίξει στη θάλασσα. Μην ακούτε μωρέ τους Φράγκους. Ο νους τους είναι στον παρά, ό, τι αρπάξουνε να παν να το ξεκοκαλίσουν στας Ευρώπας. Δεν είναι τόπος αυτός, δεν τον πονούνε [...] η γη αυτή είναι νταρντάνα... μα για να γενοβολήσει θέλει ξεπάτωμα, πού να την προφτάσουμε εμείς οι μουσαφιραίοι. Αυτή γυρεύει τον αφέντη της. Δώστε τη σε τούτους εδώ, που είναι δική τους, και να δείτε...»

 Ο συγγραφέας φροντίζει μέσα από τις αναδρομές στο μακρινό αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν της Αλεξάνδρειας να μας υπενθυμίζει την μακρόχρονη ιστορία της.. Η παρουσία των Ελλήνων εκεί ξεκινά από τα αρχαία χρόνια, προτού ακόμα κτισθεί η πόλη της Αλεξάνδρειας από τον Μέγα Αλέξανδρο το 331 π.Χ. οπότε αρχίζει και η μεγάλη οικονομική και πολιτιστική της ακμή κατά τα ελληνιστικά χρόνια, η οποία τελείωσε με την κατάκτηση από τους Ρωμαίους της Κλεοπάτρας του βασιλείου των Πτολεμαίων για να ακολουθήσουν αργότερα κατά τη διάρκεια των αιώνων οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Μαμελούκοι, οι Οθωμανοί και κατά τα νεότερα χρόνια οι Γάλλοι με τον Ναπολέοντα και μετά οι Άγγλοι. Από το 19ο αιώνα η Αλεξάνδρεια αρχίζει να αναδεικνύεται σε μεγάλο οικονομικό κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου συγκεντρώνοντας πλήθος κόσμου από διάφορες εθνικότητες που την μεταμόρφωσαν σε μια κοσμοπολίτικη πόλη. Έτσι βρέθηκαν εκεί και οι Έλληνες δημιουργώντας μια ακμαία ελληνική παροικία, την οποία ο Τσίρκας παρουσιάζει (όπως και στην "Αριάγνη") κάνοντας ελάχιστες αναφορές στους μεγαλοαστούς Χωρέμη και Μπενάκη σε αντίθεση με τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα στα οποία στέκεται πολύ.
Στη συνέχεια ο συγγραφέας εστιάζει στην Αλεξάνδρεια του 1922, του 1882, του 1822, στην Αλεξάνδρεια της μπελ-επόκ και στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των Αιγυπτίων κατά των Άγγλων κατά τα χρόνια αυτά, τα οποία σημειωτέον είχαν αναφερθεί και στην «Αριάγνη». Ο θείος Αντουάνος θυμάται το κίνημα του Αραμπή πασά το 1882, τότε που χρεωκόπησε η Αίγυπτος απ’ τη κακή διακυβέρνηση της απ’ τον Ισμαήλ πασά αυτό που κατασπατάλησε το δημόσιο χρήμα. Οι Εγγλέζοι επιβάλλοντας Διεθνή οικονομικό έλεγχο ήρθαν και στρογγυλοκάθησαν στην χώρα προσπαθώντας να επιβάλλουν την οικονομική και πολιτική τους κυριαρχία. Τότε ξεσηκώθηκε ο λαός  με τον Αραμπή επικεφαλής και οι Άγγλοι βομβαρδίσανε την Αλεξάνδρεια. Αν και ο Αραμπή και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα ηττήθηκαν, στη μνήμη του λαού παραμένει ο μεγάλος λαϊκός ήρωας τους. Ο θείος Αντουάνος πρόλαβε να ζήσει και το κίνημα του Ζαγλούλ πασά το 1919, αμέσως μετά το τέλος του Α! Παγκόσμιου πολέμου για την ανεξαρτησία της Αιγύπτου, την οποία είχαν υποσχεθεί, αν νικούσαν στον  παγκόσμιο πόλεμο. Αθετώντας την υπόσχεση τους οι Άγγλοι, ο λαός ξεσηκώνεται και οι Άγγλοι καταστέλλουν το κίνημα. Στην «Αριάγνη» περιγράφεται  η εισβολή τους με τα τανκς ακόμα και μέσα στα στενοσόκκακα της συνοικίας Μπαλάξα του Καϊρου. Τελικά το 1922 η Αίγυπτος ανακηρύσσεται ανεξάρτητο βασίλειο υπό όρους με βασιλέα το Φαρούκ που βασιλεύει και στα χρόνια του Β! Παγκόσμιου πολέμου.  
 
 Στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας λοιπόν κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου βρίσκονται τα πλοία του ελληνικού Ναυτικού και η ισχυρή παρουσία της ελληνικής παροικίας εκεί αναγκάζουν τους κυβερνητικούς αξιωματούχους αλλά και τα μέλη της Αριστεράς να μετακινούνται διαρκώς μεταξύ Καϊρου κι Αλεξάνδρειας. Στην Αλεξάνδρεια λοιπόν την 28η  Οκτωβρίου 1943 οργανώνεται γιορτή από την ελληνική κοινότητα για την τρίτη επέτειο της ελληνικής Αντίστασης κατά του φασισμού και το βράδυ παραθέτουν δείπνο στο παραθαλάσσιο καζίνο του Σάτμπυ, έχοντας προσκαλέσει τη κυβέρνηση. Το ακανθώδες θέμα που καίει όλους εκείνη την εποχή είναι η συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας για την οποία δεν συμφωνούν όλοι. Κομβικό σημείο, το είδος του πολιτεύματος που θα επικρατούσε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση της από τους Γερμανούς. Οι δημοκρατικές δυνάμεις δεν θέλουν τη μοναρχία, γιατί ήταν γνωστές οι σχέσεις του βασιλιά Γεωργίου Β! με το φασιστικό καθεστώς του Μεταξά. «με μεγάλη καθυστέρηση,  το Φλεβάρη του 1942, ο βασιλιάς και η εξόριστη κυβέρνηση υπογράφουν συντακτική πράξη με την οποία καταργείται και τυπικά το καθεστώς της Τετάρτης Αυγούστου»(!) σημειώνεται στο Ιστορικό Σημείωμα της «Λέσχης» Απ’ την άλλη ο βασιλιάς και οι Εγγλέζοι δεν θέλουν τους κομμουνιστές στην κυβέρνηση, γιατί πιστεύουν ότι μια τέτοια κυβέρνηση δεν θα μπορούν να την ελέγχουν.
 Μια κυβέρνηση που θα ελέγχεται από τους βενιζελοκομμουνιστές τρέλαινε στην ιδέα το βασιλιά Γεώργιο Β!. Όμως «όλες οι (αντιστασιακές) οργανώσεις, όλα τα κόμματα, ακόμα κι ο Κανελλόπουλος, κι ολόκληρη η κυβέρνηση  με πρώτο τον Τσουδερό, υπογράψαμε  τη δήλωση πως για να αποφύγουμε ταραχές κι αιματοχυσία (εμφύλιο πόλεμο) μετά την απελευθέρωση, πρέπει ο βασιλιάς να μη γυρίσει στην Ελλάδα πριν αποφασίσει ο λαός για τη μορφή του πολιτεύματος (με δημοψήφισμα). Κι ο βασιλιάς συνεννοείται κρυφά με το Τσώρτσιλ και τον Ρούσβελτ να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση! Κι αργότερα ο βασιλιάς επιβάλλει στη κυβέρνηση Τσουδερού να μη δεχτεί την αντιπροσωπεία της Εθνικής Αντίστασης που ήλθε από την Ελλάδα τον Αύγουστο του 1943 για να συζητήσουν για τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
«Τελείωσε το ταξίδι του μέλιτος με τους Συμμάχους. Όταν πολεμούσαμε στην Αλβανία ήταν τα αρραβωνιάσματα. Οι γάμοι γίνηκαν πάνω στις δύσκολες ώρες του Στάλινγκραντ (Γενάρης του 1943). Από κει και πέρα χωρίζουν τα νερά, πάμε για διαζύγιο» με αυτήν την ωραία αλληγορία περιγράφονται οι σχέσεις των Συμμάχων κυρίως των Εγγλέζων με την ελληνική Αριστερά.
Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό κλίμα παρατίθεται το δείπνο για τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου στο παραθαλάσσιο καζίνο της Αλεξάνδρειας. Ο Τσίρκας πλάθει με πολλή αγάπη και παραστατικότητα τη μορφή του γέροντα πια Γεωργίου Ρούσου δικηγόρου,  αντιπροέδρου  της  κυβέρνησης, πρώην υπουργού και φίλου του Ελευθερίου Βενιζέλου, ατόμου εμπιστοσύνης για την Αριστερά κι αντιμοναρχικού, που προσέρχεται στη γιορτή. «Πρώτος απ’ τους επισήμους έφτασε ο Ρούσος. Ψηλός, βαρύς, με τις κοιλιές και τη φαλάκρα του προχωρούσε ακουμπώντας με το δεξί πάνω στον ώμο του δικηγοράκου που τον συνόδευε. Του καναν τόπο να περάσει, χειροκρότημα κανένα, τον μισούσαν θανάσιμα τον γέρο... μέσα από το πλήθος κάποιος κιτρινιάρης φώναξε «βασιλοφάγε» κι αμέσως μετά ένα γκρούπο απάγγειλε ρυθμικά το σύνθημα της δεξιάς «Πα-νε-λλή-νιος έ-νω-σις». Τότε ο γέρος σταμάτησε, γύρισε και τους κοίταξε. Χαμογελούσε. Πήρε το δεξί χέρι του το σήκωσε ψηλά και φώναξε «Δημοκρατία» (υπονοώντας όχι στη Μοναρχία) με βροντερή φωνή και το μούτρο του έλαμψε. Νεκρική σιωπή.» 
 Η έκπληξη της βραδυάς όμως ήταν οι προκηρύξεις που βρήκαν οι επίσημοι μέσα στις διπλωμένες πετσέτες τους πάνω στα τραπέζια του δείπνου, τις οποίες είχαν φροντίσει να τοποθετήσουν μέσα κάποιοι αριστεροί. Ο Ρούσος ψύχραιμος κι ευχαριστημένος κατά βαθος σηκώνει ψηλά μια απ’ αυτές και φωνάζει του πρωθυπουργού για να τις δουν όλοι «Μανώλη τη βρήκες την προκήρυξη; Τώρα πρέπει να τη διαβάσεις». και η προκήρυξη τους έλεγε κατάμουτρα την αντισυμμαχική συμπεριφορά τωνΑγγλοαμερικάνων, την υποχώρηση των δικών μας πολιτικών για να έχουν την υποστήριξη ή την εύνοια τους  και καλούσε τους Έλληνες πολιτικούς να ακολουθήσουν εθνική πολιτική  και να συγκροτηθεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας για να αποφευχθεί ο εμφύλιος σπαραγμός.  Αυτός ο Γ. Ρούσος  που υποστήριζε με τόλμη τις απόψεις του, υπέρμαχος της εθνικής συννενόησης, λίγους μήνες αργότερα παραιτείται από την κυβέρνηση, όταν διαφώνησε με την τακτική της να περάσει το θέμα της επιστροφής του βασιλιά με φράσεις «κατόπιν συμφωνίας της κυβερνήσεως» αθετώντας την υπόσχεση δημοψηφίσματος. Τον εγκατέλειψαν όμως και οι βενιζελικοί και οι κομμουνιστές, διότι καθένας νόμιζε ότι δεν τους έκφραζε. Έτσι   χάθηκε μια ευκαιρία εθνικής συνεννόησης κι αντίθετα η κατάσταση άρχισε να οξύνεται.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν κατά την κρίσιμη χρονιά από Μάρτη του 1943 ως  και τον Απρίλη του 1944 είναι τόσα πολλά και τόσο δραματικά που δείχνουν αφενός την ωμή επέμβαση των Εγγλέζων στα εσωτερικά συμμάχου χώρας κόντρα στο Χάρτη του Ατλαντικού που απαγόρευε κάτι τέτοιο -και που είχε υπογραφεί δυο χρόνια νωρίτερα από Τσώρτσιλ και Ρούσβελτ- κι αφετέρου την αδυναμία των δικών μας να χαράξουν και να επιβάλλουν εθνική πολιτική προς συμφέρον της πατρίδας τους.  Αναφέρονται επί τροχάδην τα κυριότερα γεγονότα κατά χρονολογική σειρά, η εξέλιξη των οποίων άνοιξε το δρόμο για την επιστροφή του βασιλιά και μέσω αυτού για την ισχυροποίηση των Εγγλέζων και των Αμερικανών στην Ελλάδα:
  1. Μάρτης 1943 : το ονομαζόμενο μικρό Κίνημα του ελληνικού στρατού –όπου σημειώθηκε νίκη των δημοκρατικών δυνάμεων με περιορισμό των βασιλομεταξικών αξιωματικών στις Ταξιαρχίες. Μετά τη νίκη αυτή οι Εγγλέζοι φοβούμενοι ακολουθούν πολύ σκληρή γραμμή έναντι του ελληνικού στρατού, διότι δεν τον ήθελαν για να πολεμάει αλλά να είναι όργανο τους-χωροφύλακας για να επιβάλουν το πολιτειακό καθεστώς που επιθυμούσαν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση. Ακολουθούν φυλακίσεις στις διαβόητες για τα βασανιστήρια τους αγγλικές φυλακές.
  2. Ιούνης 1943: η «πορεία θανάτου» των Ταξιαρχιών στην έρημο της Παλμύρας για να σπάσουν το ηθικό των δημοκρατικών.
  3. Ιούλης 1943: η δολοφονία, που παρουσιάστηκε ως «αυτοκτονία» του αριστερού στρατιώτη Πυγμαλίωνα και στη συνέχεια τα αντίποινα των συναδέλφων του κατά αξιωματικών της Β! ταξιαρχίας που τους θεώρησαν υπεύθυνους για το θάνατο του. Γεγονός που διευκόλυνε τα βρετανικά σχέδια για τη διάλυση της Β! Ταξιαρχίας κι «σύμπτυξη» της στο Όγδοο Τάγμα που το στείλανε στη Βεγγάζη να φυλάει Γερμανούς αιχμαλώτους «αιχμάλωτοι φυλάνε αιχμάλωτους» αναφέρεται ειρωνικά στο έργο.
  4. Αύγουστος 1943: επιτέλους δέχεται η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάϊρο αντιπροσωπεία της Εθνικής Αντίστασης (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ) από την Ελλάδα για να συζητήσουν για τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Κατόπιν απαιτήσεως όμως του βασιλιά και μετά από διαβουλεύσεις και παλινωδίες εξαποστέλλονται κακήν κακώς άπραχτοι στην Ελλάδα.
  5. Σεπτέμβριος 1943: «το πείραμα της Σάμου» από τους Εγγλέζους, όπως αποκαλείται μέσα στο έργο. Υπενθυμίζουμε πως οι Σύμμαχοι μετά τη νίκη τους επί του Ρόμελ και τη νίκη στο Στάλιγκραντ προβλέπουν ότι «ο πόλεμος τελειώνει, τα απελευθερωτικά κινήματα φουντώνουν, τα ελληνικά πράγματα ωριμάζουν»  γι αυτό πρέπει να λάβουν τα μέτρα τους να κρατήσουν τους λαούς στη σφαίρα επιρροής τους. Η ιταλοκρατούμενη Σάμος (η Ικαρία, η Κως και η Λέρος αργότερα) απελευθερώνεται ύστερα από τη πτώση του Μουσολίνι και τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ που είχαν αναπτύξει μεγάλη αντιστασιακή δράση στο νησί οργανώνουν τη λαϊκή εξουσία στο ελεύθερο πια νησί. Οι Εγγλέζοι φρίττουν! Και παρόλο που αναμένουν τώρα τη γερμανική επίθεση δεν εφοδιάζουν με όπλα τον ΕΛΑΣ και μετά τη γερμανική επίθεση και κατοχή της Σάμου την αφήνουν ανυπεράσπιστη δίνοντας εντολή στον ΕΛΑΣ να εγκαταλείψει το νησί. Οι στρατιώτες του ΕΛΑΣ κλείνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Παλαιστίνης παρά τις υποσχέσεις ότι θα δράσουν ως μάχιμοι.
  6.  10 Μαρτίου 1944 συγκροτείται η ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης), γνωστή ως «κυβέρνηση του βουνού» από αντιπροσώπους των αντιστασιακών οργανώσεων με πρόεδρο τελικά τον Αλέξανδρο Σβώλο. Το γεγονός αυτό κάνει πιο επιτακτικό το αίτημα για συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας γι αυτό οι δημοκρατικές δυνάμεις πιέζουν την εξόριστη κυβέρνηση να αρχίσουν οι διαδικασίες.
  7. 30 Μαρτίου 1944 συγκροτείται Επιτροπή Αξιωματικών ή αλλιώς Επιτροπή των 13 αξιωματικών που εκφράζουν «το εθνικό μέτωπο σε μικρογραφία: Φιλελεύθεροι, προοδευτικοί, σοσιαλιστές, κομμουνιστές» και στέλνει Υπόμνημα στον Τσουδερό για συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Τσουδερός αρνείται, κατόπιν πιέσεως του βασιλιά. Συλλαμβάνεται η Επιτροπή και φυλακίζεται αλλά ο φρούραρχος υποβάλλει παραίτηση και οι φύλακες κλείνονται μέσα μαζί τους. Στις 3 Απρίλη ο Τσουδερός αναγκάζεται να  παραιτηθεί από πρωθυπουργός που αντικαθίσταται στις 13 Απρίλη από τον Σοφοκλή Βενιζέλο.
  8. Μέσα σε αυτό το πολιτικό κλίμα ξεκινά το κίνημα του Απρίλη του ’44, το επονομαζόμενο Μεγάλο σε σύγκριση με αυτό του Μαρτίου του 1943: Τα τρία όπλα, Στρατός, Ναυτικό, Αεροπορία εξεγείρονται και απαιτούν τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Οι Άγγλοι με το πρόσχημα ότι οι Έλληνες εξεγείρονται κατά της νόμιμης κυβέρνησης συμμαχικής χώρας επεμβαίνουν και πολιορκούν την πρώτη Ταξιαρχία που στρατοπέδευε έξω από την Αλεξάνδρεια. (τη Δεύτερη την είχαν διαλύσει). Κηρύσσουν επίσης ναυτικό αποκλεισμό στο Στόλο μας που βρισκόταν μέσα στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Πολιορκούν ακόμα και τη σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην Αλεξάνδρεια και απαγορεύουν στον Έλληνα υπουργό Στρατιωτικών να έχει επαφές με Έλληνες αξιωματικούς. Ζητούν από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής αφοπλισμό και παράδοση. Οι Έλληνες αρνούνται να παραδώσουν τα όπλα τους, αυτά με τα οποία νίκησαν τις στρατιές του Ρόμελ στην Αφρική. Οι τοπικές εφημερίδες κι ο διεθνής Τύπος τους παρομοιάζουν με τους αρχαίους  Έλληνες στις Θερμοπύλες. 22 μέρες κράτησε η Αντίσταση τους κι ας βασανίζονταν από από την πείνα και τη δυσεντερία. Οι Εγγλέζοι, αφού είδαν πως το ηθικό τους δεν κάμπτεται αποφασίζουν να τους βομβαρδίσουν! Στις 22 προς 23 Απρίλη ξημερώνοντας του Άι Γιωργιού το εγγλέζικο καταδρομικό Αίας με τα κανόνια του άνοιξε πυρ κατά των ελληνικών πλοίων «Αποστόλης», «Σαχτούρης», «Ιέραξ» ενώ μετά από λίγο ανέβαζαν ανθρώπους ντυμένους με μαύρα  πάνω στα καράβια που άρχισαν να χτυπούν τους Έλληνες ναυτικούς. Κι αυτοί δυστυχώς ήταν έλληνες! Το αντιτορπιλικό «Ήφαιστος» που ήταν γεμάτο τορπίλες φοβήθηκαν και δεν το χτύπησαν. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος παραιτείται από πρωθυπουργός.
  9. 26 Απρίλη 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου έρχεται από την Ελλάδα κι ορκίζεται πρωθυπουργός.
 Ακολουθεί η Συνδιάσκεψη του Λιβάνου (17-20 Μαίου 1944), όπου μέσα σε κλίμα απομόνωσης και εκφοβισμού για την Αριστερά συγκροτείται κυβέρνηση εθνικής ενότητας με πρωθυπουργό το Γεώργιο Παπανδρέου δίνοντας έξι δευτερεύοντα υπουργεία στην Αριστερά, η οποία για αντάλλαγμα υπέγραψε τις προκηρύξεις που αποκήρυτταν το κίνημα του Απρίλη. Οι προκηρύξεις έγραφαν:
 «Το κομμουνιστικό κόμμα, το ΕΑΜ και η Πολιτική Επιτροπή καταδικάζουν την τελευταίαν στάσιν» 
Και μάλιστα τα εγγλέζικα αεροπλάνα τις προκηρύξεις αυτές τις έριξαν πάνω από τα στρατόπεδα των Ελλήνων δημοκρατικών στην έρημο της Αφρικής, όπου εκρατούνταν όσοι γλίτωσαν από το κίνημα του Απρίλη... κι έτσι τους αποτελείωσαν!!

Και οι ευθύνες της Αριστεράς που βρίσκονται; Πώς διαχειρίστηκαν τα γεγονότα; Το αριστερό κίνημα έθεσε ως βασικούς στόχους την απελευθέρωση της πατρίδας από τους Γερμανούς και μετά την απελευθέρωση τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Και είναι προς τιμή του μάλιστα ότι αυτό πρώτο έθεσε  το ζήτημα της συγκρότησης μιας τέτοιας κυβέρνησης. Έθεσε ακόμα και την εγκαθίδρυση λαϊκής εξουσίας, αν θα έπαιρνε την εξουσία. Οι στόχοι συμβάδιζαν με την ιστορική αναγκαιότητα της εποχής αλλά η μεθόδευση τους απαιτούσε ελιγμούς κι όχι δογματισμούς, διαφορετικά η Ελλάδα θα οδηγείτο σε εμφύλιο σπαραγμό. Χωρίς να βάλουν νερό στο κρασί τους όλες οι πλευρές, η εθνική ενότητα θαβόταν. Η Συνεργασία ήταν λοιπόν εκ των ων ουκ άνευ για την Αριστερά και για τη Δεξιά, ή ήταν κάποια απ’ αυτές τόσο δυνατή,  ώστε να επιβληθεί στην άλλη χωρίς αιματοχυσία; Πρώτα λοιπόν συνεργασία του ελληνικού στρατού με τις Συμμαχικές Δυνάμεις για την απελευθέρωση της Ελλάδας και ύστερα συνεργασία Δεξιάς-Αριστεράς -που σημαίνει αμοιβαίες υποχωρήσεις- για τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
Όσον αφορά τη Δεξιά αναφέρθηκαν οι παλινωδίες της κάτω από την πίεση το βασιλιά. Όσον  αφορά το αριστερό κόμμα κάποιοι μέσα σ’ αυτό υπονόμευσαν τη συνεργασία με τα λόγια ή τις πράξεις τους. Το Ανθρωπάκι το κάνει συνειδητά άλλοι όμως όπως ο Γαρέλας παρασύρονται συναισθηματικά πιεζόμενοι από αποτυχίες του κινήματος,   προβάλλοντας ως δικαιολογία την επαναστατικότητα τους. Δημιουργούν φράξια μέσα στο κόμμα και δημοσιεύουν σε εφημερίδα της Αλεξάνδρειας τις απόψεις τους, εν αγνοία της ηγεσίας του, υπονομεύοντας έτσι τη συνεργασία βενιζελικών κι Αριστεράς. Ευτυχώς ο Φάνης πρόλαβε να μην κυκλοφορήσουν πολλά φύλλα απ’ αυτά. Όσον αφορά το γεγονός της δολοφονίας του στρατιώτη Πυγμαλίωνα, είχε ενημερωθεί την προηγούμενη μέρα το Ανθρωπάκι κι αντί να ειδοποιήσει τον Πυγμαλίωνα, τον άφησε να ανέβει στο μοιραίο τζιπ και να δολοφονηθεί. Η δολοφονία και οι αντιδράσεις που προκάλεσε έγιναν αιτία να διαλυθεί  η Δεύτερη Ταξιαρχία. «διαλύθηκε με προβοκάτσια της αντίδρασης ή εμείς θέλαμε τη διάλυση της;» ρωτά ο Μάνος Σιμωνίδης   «μήπως για να αφαιρεθεί μια ταξιαρχία από το αντισοβιετικό μέτωπο;» που βλέπουν ότι αρχίζει να δημιουργείται τώρα σιγά σιγά με την καλλιέργεια αντικομμουνιστικής ψύχωσης στους λαούς. Γιατί υπόγραψε την καταδίκη του κινήματος του Απρίλη του ‘44 η αντιπροσωπεία που πήγε στο Λίβανο για συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας; ο  ηθικός  στιγματισμός  της  ηγεσίας δεν σπέρνει την απογοήτευση στους αριστερούς; 
Κι άλλα παραδείγματα θα μπορούσαν να αναφερθούν κι από τη μετέπειτα εποχή. Ο συγγραφέας κλείνοντας το έργο του με ένα ξεχωριστό κεφάλαιο «Επίλογος» μεταφέρει όσους επέζησαν των δραματικών γεγονότων, δέκα χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1954 και κάνοντας τον απολογισμό τους, μεταξύ των άλλων, επιβεβαιώνουν τη αντιδημοκρατική συμπεριφορά  που άνθησε  κι ανθεί μέσα στο κόμμα στο οποίο πίστεψαν. Ο Φάνης παραμερίστηκε από το κόμμα εκλιπαρώντας να εισακουσθεί η φωνή του ως βασικός μάρτυρας των γεγονότων,  το Ανθρωπάκι ανέβηκε ψηλά στην ιεραρχία, ο Μάνος κατηγορήθηκε για πράκτορας της Ιντέλλιτζενς Σέρβις κλπ Η δε τύχη των περισσοτέρων αριστερών αγωνιστών κοινή, αφού ηττήθηκαν και στον εμφύλιο σπαραγμό, που δυστυχώς λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησε: διώχτηκαν από τις δουλειές τους, φυλακίστηκαν στο Επταπύργιο, εξορίστηκαν στη Μακρόνησο και τον Άι Στράτη, άλλοι μετάνοιωσαν που δεν έκαναν οικογένεια, άλλοι έμειναν ανάπηροι κι άρρωστοι για το υπόλοιπο της ζωής τους. 

 Η τριλογία «Ακυβέρνητες Πολιτείες» έχει χαρακτηριστεί και πολιτικό μυθιστόρημα. Ο Τσίρκας γράφει την τριλογία του γιατί τον απασχολεί και η πολιτική. Διαπιστώνει ότι σε έναν αγώνα κάποιοι για να νικήσουν δεν αρκεί να έχουν δίκιο, έστω κι αν αυτό τους πνίγει. Χρειάζονται κι άλλα πολλά. Υπάρχει απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη, δεν απλουστεύονται όλα. Ο διάλογος Μάνου-Γαρέλα, ο διάλογος Μάνου-Ανθρωπάκι ...είναι αποκαλυπτικές της πολιτικής σκέψης του συγγραφέα.  Οι ηγεσίες πρέπει να έχουν σύνεση και νηφάλια αίσθηση της επαναστατικής ευθύνης τους, να μην παρασύρουν με συναισθηματισμούς τους οπαδούς τους. «όλος αυτός ο κόσμος ανυπομονεί να δράσει» λέει στο Μάνο ο Γαρέλας κι αυτός του απαντά «άλλο Δράση κι άλλο εμείς να τον σπρώχνουμε σε εξτρεμισμούς»,  και πιο κάτω «τι θέλουμε εμείς μαζί με την Αγγλία; Για να μη πειραχθεί δήθεν η ενότητα του συμμαχικού μετώπου, ξεχάσαμε πως εμείς είμαστε επαναστάτες;» «μα η Αγγλία δίνει τα πολεμοφόδια, τα πλοία, τ’ αεροπλάνα και τα λεφτά. Εκείνη κανονίζει τα σχέδια» «κι εμείς δίνουμε το αίμα, το πιο ακριβό απ’όλα» «δεν με κατάλαβες, δεν λέω πως έχουνε δίκιο αλλά μας έχουν δεμένους χεροπόδαρα» και ο Μάνος συνεχίζει «να προσέχουμε να μη βρεθούμε ξεκομμένοι ή αντιμέτωποι με τους Φιλελεύθερους [...] δεν πρέπει να αποξενωθούμε από τη μάζα των δημοκρατικών αξιωματικών.. ».  Οι ψύχραιμες φωνές είναι λιγοστές σαν του  Ρούσου από τους βενιζελικούς και σαν του Φάνη από την Αριστερά. « καλοί άνθρωποι δεν αμφιβάλλω. Ψυχωμένοι, αποφασιστικοί. Μα δεν ξέρουν να συζητούν, κι ακόμα λιγότερο ν’ ακούνε» έτσι χαρακτηρίζει ο Ρούσος στον Φάνη την αριστερή αντιπροσωπεία με το Φωτερό που τον επισκέφτηκε για να συζητήσουν για την εθνική ενότητα.

Εκτός όμως από την πολιτική υπάρχει και ο έρωτας στις ανθρώπινες σχέσεις. Και στα τρία έργα της τριλογίας ο έρωτας επανέρχεται με διαφορετικές μορφές κάθε φορά, ανάλογα με τους ανθρώπους και τον τρόπο που τον βιώνουν. Η ηλικία, ο χαρακτήρας, η ιδιοσυγκρασία, το μορφωτικό επίπεδο, οι κοινωνικές συνθήκες και ο πόλεμος με το φόβο που σέρνει πίσω του κάνουν τον έρωτα άλλοτε να μοιάζει με παιχνίδι (σαν τους επιπόλαιους εφηβικούς έρωτες του Τόνη), άλλοτε να αποτελεί βάσανο ψυχής (ο απαγορευμένος έρωτας κι άρα χωρίς ανταπόκριση του Γιούνες), άλλοτε να υποβιβάζει τον άνθρωπο σε ζώο (οι σαρκικοί έρωτες του Αδάμ και του Μπρουξ), άλλοτε να ανυψώνει τον άνθρωπο ολοκληρώνοντας τον (έρωτας Νάνσυ και Μάνου). Απ’ όλες τις ερωτικές σχέσεις των ηρώων του Τσίρκα ξεχωρίζουν οι έρωτες του Μάνου Συμεωνίδη, πρωταγωνιστή και στα τρία έργα. Υπάρχει μια κλιμάκωση στο ερωτικό βίωμα του Μάνου. Στην Ιερουσαλήμ ερωτεύεται πλατωνικά την πανέμορρφη Έμμη για να απογοητευθεί λίγο αργότερα μαθαίνοντας πόσο φιλήδονη κι ακόρεστη ήταν. Στο Κάϊρο δημιουργεί εφήμερες ερωτικές σχέσεις με μια νεαρή Εβραία που απατούσε συχνά τον κατά πολύ μεγαλύτερο σύζυγο της. Στην Αλεξάνδρεια συναντά τη λαίδη Νάνσυ Κάμπελ φίλη του απ’ την Ιερουσαλήμ, η οποία τότε είχε δεσμό με τον Ρον Φίλποτ, ο οποίος έπεσε πολεμώντας λίγους μήνες αργότερα στο μέτωπο της Β. Αφρικής. Βασανιστικά, αργά, με προσωπικές εκμυστηρεύσεις και πολλή τρυφερότητα πλησιάζουν ψυχικά και δένουν ερωτικά ο Μάνος και η Νάνσυ. Η Νάνσυ ευαίσθητη και καλλιεργημένη προβληματίζεται για τα ελληνικά πολιτικά ζητήματα και δεν διστάζει να βοηθήσει την αριστερή οργάνωση γράφοντας άρθρα που δημοσιεύονταν σε αγγλική εφημερίδα. Είναι ένας έρωτας που ολοκληρώνει και τους δυο.   

Και η Νυχτερίδα, αυτό το τρομακτικό πουλί που του αρέσει το σκοτάδι, ποια είναι, που μάλιστα ο Τσίρκας την έβαλε και για τίτλο στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας του;
Το νούμερο της νυχτερίδας έπαιζε στο Πολυθέαμα της Αλεξάνδρειας της μπελ-επόκ μια ηρωϊδα-αρτίστα του συγγραφέα. Η σχοινοβάτης φορώντας ένα μαύρο πλεχτό εφαρμοστό μαγιό απ’ την κορφή ως τα νύχια πετούσε από τον έναν πολυέλαιο στον άλλο μέσα στη μεγάλη αίθουσα του Πολυθεάματος και τρέλαινε τους άντρες με το κορμί της, που για εκείνη την εποχή φάνταζε γυμνό μέσα στο εφαρμοστό μαγιό που διέγραφε όλες τις καμπύλες της. Χρόνια αργότερα αντικείμενο του πόθου, σκοτεινό όμως και γεμάτο μυστήριο, έγινε και για τον μικρό ερωτευμένο Παράσχο η μεταμφιεσμένη σε νυχτερίδα Τζούλια η οποία φορώντας το μαγιό της μάνας της -της πρώην αρτίστας-  επισκεπτόταν κρυφά μέσα στη νύχτα τον ξάδελφο του τον Τόνη, με τον οποίον ήταν ερωτευμένη, ξηλώνοντας κεραμίδια από την παράγκα  με το μαστιχόδεντρο μέσα στην οποία έμεναν τα δυο ξαδέλφια. Ένα παιχνίδι ήταν γι αυτήν, που τέλειωνε με το κοροϊδευτικό κι άγριο γέλιο της Τζούλιας-νυχτερίδας, που έτρεχε μέσα στη νύχτα για να μη τη πιάσει ο Παράσχος κι αποκαλύψει  το πρόσωπο της. Αυτός όμως πρόλαβε να δει τα χυτά της μαλλιά, να γευτεί το αγκάλιασμα και το πεταχτό της φιλί... κι ερωτεύθηκε αυτή τη μυστηριώδη και τόσο ελκυστική μορφή. Ύστερα από πολλά χρόνια καρτερίας κι ονείρων για τον ερωτευμένο Παράσχο, άνθρωπο τώρα πια του στοχασμού και της συγγραφής βιβλίων, η Τζούλια εμφανίζεται ξανά στη ζωή του. Μάλιστα τη δέχεται σπίτι του για χάρη του ελληνικού αγώνα για τον οποίο αυτή γνωρίζει κι έχει πράξει πολλά, όπως του λέει. «βάλθηκε να σε κατατοπίσει για το παρελθόν της, να μην κρατήσει τίποτα κρυφό...σε τραβάει μέσα στον λαβύρινθο: δολοπλοκίες, κατασκοπείες, εγκλήματα, εκβιασμοί, μαύρη αγορά, προδοσίες...» και να του αποκαλύψει τους έρωτες της, τόσους πολλούς και  τόσο βρώμικους και σιχαμερούς. Τότε ο Παράσχος ανακαλύπτει ότι το πρόσωπο που κρυβόταν πίσω από τη νυχτερίδα των νεανικών του χρόνων ήταν η Τζούλια, που τώρα  «πολιτεύεται» κι εκπορνεύεται με άλλους άντρες. Κι απογοητεύεται οικτρά!
 Κάτι σαν κι αυτή τη νυχτερίδα είναι και η πολιτική. Αντικείμενο του πόθου, όσων πρόλαβαν να την ερωτευτούν, σκοτεινή και μυστήρια, άπιαστη σαν πουλί, που περιγελά σαρκαστικά αυτούς που την ποθούν ενώ η ίδια τελικά εκπορνεύεται γι αυτό πληγώνει κι απογοητεύει βαθιά, όσους την αγάπησαν! Ο Τσίρκας  με τη δημιουργική του φαντασία  πλάθει αυτόν τον καταπληκτικό μύθο για να μας δώσει την εικόνα της πολιτικής που βιώνουν όσοι την αγάπησαν πραγματικά και πίστευσαν ότι μεσω αυτής θα έλθει ένας καλύτερος κόσμος για την ανθρωπότητα!
Τον λογοτέχνη Τσίρκα που αγάπησε την πολιτική τον απασχολεί διαρκώς επίσης το δίλημμα «Τέχνη ή Δράση». Στο πολυσυζητημένο αυτό πρότυπο των αριστερών διανοούμενων της εποχής του, ο ίδιος αισθάνεται διχασμένος. Κλείνει μεν υπέρ της «συγγραφικής τέχνης» αλλά νιώθει όμως ότι πρόδωσε κατά κάποιο τρόπο τη «πολιτική δράση». Γι αυτό προσπαθεί μέσα από τη συγγραφική του τέχνη να μη ξεχαστεί η ουσία της πολιτικής για έναν καλύτερο «παραδεισένιο» κόσμο...αλλά τελικά μένει με την πίκρα και το σκεπτικισμό, αν η τέχνη και η πολιτική έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν έναν τέτοιον κόσμο. Γράφει σ.267 « να γράφεις, να γράφεις με την πίστη πως, ανασταίνοντας αυτόν τον κόσμο στο χαρτί, ξανακερδίζεις τα χρόνια που χαράμισε η αβουλία σου και η περίσκεψη, και να λες, να βαυκαλίζεσαι   πως αν ξανάβρεις με τη μνήμη το χλωρό παράδεισο, γέμισες τη ζωή σου, κέρδισες ολοδικιά σου την προδομένη Νυχτερίδα (με κεφαλαίο τη γράφει), τη μόνη σου αγάπη». Αυτός είναι ο Τσίρκας που μέσα από παραδοσιακούς αλλά και μοντέρνους τρόπους γραφής  μας στέλνει τα μηνύματα του! 

Έργο ωραίο αλλά δύσκολο. Δεν ντρέπομαι να ομολογήσω στους αγαπητούς αναγνώστες μου ότι συνειδητοποίησα την αξία του συγγραφέα όχι με την απλή -αν και αναλυτική- ανάγνωση της τριλογίας του αλλά αφού μεσολάβησε ο χρόνος σύνθεσης και καταγραφής της ανάγνωσης. Γι αυτό αγαπώ την καταγραφή της ανάγνωσης. Και για κάτι άλλο επίσης, για να μπορώ να τη μοιράζομαι με όσους αισθάνονται την ίδια ανάγκη με μένα να πλησιάσουν περισσότερο τη λογοτεχνία και το βιβλίο.
    
                                                                           Αγγελική Σούλη
                                                                  Ζάκυνθος, καλοκαίρι 2013
 

5 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται και σαν ιστορικό ντοκουμέντο!
    Ο πόλεμος κι ο έρωτας πάνε χέρι-χέρι και ο κίνδυνος του πολέμου δίνει στον έρωτα την ιδιαιτερότητα της απελπισίας.

    Να περιμένουμε και την δική σου ανάγνωση πάνω στην "Χαμένη Άνοιξη";

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. συμφωνώ με τις παρατηρήσεις σου. πράγματι οι "Ακυβέρνητες πολιτείες" μπορεί να λειτουργήσουν και ως αξιόπιστη μαρτυρία για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής εκείνης. Δεν είναι τόσο που ο Τσίρκας έζησε πολλά απ' τα γεγονότα αυτά, όσο η κριτική ματιά ενός πνευματικού ανθρώπου απέναντι στο πολιτικό και κομματικό κατεστημένο της εποχής του, που καθιστούν τα έργα αυτά ως τέτοια.
    εξάλλου γι αυτό καταβάθος δεν τα έγραψε; και είχε βέβαια την ικανότητα να μετασχηματίσει με την πένα του τα ιστορικά γεγονότα σε αφηγηματικό γεγονός (μυθιστόρημα) για να εντυπωθούν έτσι εύκολα στη μνήμη των ανθρώπων.
    τη "Χαμένη Άνοιξη" σκέπτομαι να τη διαβάσω αλλά δεν θα την αναρτήσω στο ιστολόγιο.προτιμώ να παρουσιάσω έργα περισσότερωνσυγγραφέων, εξαίρεση οι τριλογίες.
    Για τον πόλεμο και τον έρωτα σου θυμίζω τους στίχους του Σολωμού : "κι ο πόλεμος...εμπόδισμα δεν είναι/ στις κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Συγχαρητηρια κ. Σούλη για την όμορφη αυτη παρουσίαση της εξαιρετικης τριλογίας του Τσίρκα!
    Οφείλω ένα ευχαριστώ καθώς ως νεότερη αλλά με ισοδύναμη αγάπη απέναντι στη λογοτεχνία, με βοηθησατε σημαντικά με αυτη σας την παρουσίαση!
    Με εκτίμηση,
    Εύη Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. χαίρομαι να μαθαίνω ότι οι αναγνώσεις μου βρίσκουν ανταπόκριση σε αναγνώστες μου! συμφωνώ μαζί σας ότι η τριλογία "Ακυβένητες Πολιτείες του Τσίρκα είναι εξαιρετική, παρόλο που δυσκολεύει τον αναγνώστη να "πιάσει" πολλά μηνύματα της. Και σας συγχαίρω που διαβάσετε και τη "Νυχτερίδα" -κάτι που δεν κάνουν όλοι οι αναγνώστες σύμφωνα με τα στατιστικά που διαθέτω. Και είναι κρίμα που κάποιοι χάνουν αυτό το σπουδαίο μυθιστόρημα - που είναι καλύτερο από τη Λέσχη κι εφάμιλλο της Αριάγνης- αφήνοντας έτσι στη μέση την τριλογία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή